Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - B - Blygsel ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Blygsel — Bod.
49
Blygsel, αισχύνη, ή. δυσωπία, ή (Sedn.). äfv.
αϊδώς, ούς, ψ ίντροπή, ή : b. för ngn, gm gen.:
b. öfver ngt, τινός 1. υπέρ τίνος 1. ini τινι.:
känna b., se Blygas.: af b., vny αισχύνης. <V
ai-σχύνην.: b. intager 1. påkommer ngn, αισχύνη
Εγγίγνεται 1. Εμπίπτει τινί 1. λαμβάνει τινά. :
bortlägga b., άπαισχύνεσβ·αι Εχδύσασ&αι τήν
αιδώ.: ingifvande b., αίδέσιμος, 2.: utan b., se
Skamlös.
Blygselrodnad, ίρυ$ρίασις, ή. Ερύθημα, τό.
Bly gul t, μολύβδαινα, ή.
Blyhaltig, μολιβδίτης, ου, ό, -ϊτις, ιδος, ή.
Blyhvitt, ψιμύ&ιον, τό. ψίμυ^ος, ό.:
be-stryka m. b., ψιμνβ-ιούν.
Blykula, -massa, μοίυβδίς, ίδος, ή.
μοίν-βδαινα, ή.
Bly lod, μολύβάαινα, ή.
Bly rör, μολύβδιον, τό.
Blå, γλανχός, 3 (ljusblå), χυάνεος, -ούς, 3,
χυανοειδής, 2 (mörkblå), πελιός, πελιτνός, 3
(hudens, ish. gm slag framkallade, blånad).: vara b.,
γλαυχίζειν. χυανεϊν, -ίζειν. πελιαίνεσ&αι.: blifva
b., se Blåna.: göra, färga b., γλαυχόν etc.
ποιεϊν. γλαυχονν. πελιούν, -αίνειν.: b. dunst,
τερα-τεία, τερ&ρεία, ή.: slå b. dunst i ögonen på ngn,
τερατεύεσ&αι, τερ&ρεύεσ&αι πρός τινα.
Blåaktig, άεροειδής, 2 (ss. luften),
ύπόγλαυ-χος, 2. ύποχυάνεος, 2. νποπείιος, -πέλιδνος,
2.: vara b., υπογλαυχίζειν. ύποχυανίζειν.
ύπο-πελιάζειν.
Β1 abl ek, π el ιό ς, πελιτνός, 3.
Blåfärga, se Blå.
Blåna, γλαυχόν 1. χυανονν γίγνεσθαι,
γλαυ-χούσ$αι. πελιούσ&αι, -αίνεσ&αι (om huden).
Blånad (på^huden), πελίωμα, τό. πελίωσις, ή.
Blånor, στυππεϊον, στύππιον, τό. στύππη, ή.
χεσχίον, τό.: af b., στύππινος, 3.
Blåsa, φύσημα, τό. φυσαλίς, ίδος, ή.
πομ-φόλυξ, υγος, ή.: på huden, φλύχταινα, ή.
φλυ-χτίς, ίδος, ή.: brännb., πομφός, ο. πέμφιξ, ιγος,
ή. φαύσιγξ, ιγγος, ή. αϊ&όλιξ, ιχος, ή. χατά-,
εγχαυμα, τό. φως, δός, ή.: få blåsor på huden,
φλυχταινούσ&αι.: slå blåsor (om vätskor),
πομ-φολυγειν. — dem., φυσημάτιον. τό.
φλυχταινί-διον, τό.
Blåsa, 1) intr., πνειν. φυσάν. 2) tr.,
φυ-σάν: b. (på) ett instrument, αύλειν (eg. b. flöjt,
men äfv. χερασιν m. fl.), φυσάν (t. ex. αυλούς).:
b. ett stycke, αύλειν μέλος.: b. till anfall,
σή-μαίνειν (τ?} σάλπιγγι 1. τω χέρατι) τό
πολεμι-χόν 1. μάχεοβ·αι : b. till återtåg, σημαίνειν τό
άναχλητιχόν 1. άναχώρησιν. 3) i pass. b. =
föras af vinden, άνέμφ, πρεύματι, $υέλλy
(stormvind) φέρεσ&αι, άναρπάζεσ&αι (b. bort),’
είσφέρε-σ&αι (b. in), άνατρέπεσ&αι (b. ned, omkull),
xa-τασβέννυσβ-αι (b. ut, om ljus), o. s. v. — b. af,
in, ned, under, ut etc., se compp.: b. emot,
άντιπνειν. Εναντιονσ&αι.
Blåsbälg, φύσα, ή. φυσητήρ, ήρος, ό ριπίς.
ίδος, ή.: röret på en b., άχροφύσιον, τό.
Blåsig, άνεμώδης, 2. άνεμιαιος, 2.
πνευματώδης, 2.
Blåsinstrument, ίμπνευατά όργανα, τά.
Blåsning, φύσησις, ή. φύσημα, τό.: på
instrument, αύλησις, ή.
Blåst, πνοή, ή. πνεύμα, τό. άνεμος, ό.
Blåögd, γλαυχόφ&αλμος} γλανχόμματος, 2.
Bläck, μελαν, τό.
Bläcka ned, full, μελάνι φύρειν,
άναμολύ-νειν.
Bläckfisk, σηπία, ή.
Bläckfläck, χηΐίς ή άπό τον μέλανος.
Bläckhorn, μελαν οδοχείον, -δόχον, τό.
Bläda, se under Blad.
Bläddra, se Blåsa, B lem ma.
Bläddra, άναπτύσσειν. άνελίττειν.: b. efter
ngt, άνελίττοντα ζητεϊν τι.
Bläddras, Bläddra sig, se under Blåsa.
Bländ a, 1) göra blind, τυφλούν.
άποΕχτυ-φλούν. 2) på en stund förtaga ögonens bruk,
άμαυρόύν, άμβλύνειν τους οφθαλμούς 1. τάς
όψεις τινί. 3) fig., (χατα)γοητεύειν. διαφ&είρειν.
παράγειν. Εξαπατάν.
Β länd ni η g, τύφλωσις, ή.
Bländverk, σχιαγραφία, ή. γοητεία, ή.
γοή-τευμα, τό. τερ&ρεία, ή.
Blänka, λάμπειν. στίλβειν.: b. fram,
Εχλάμ-πειν.
Blöda, αίμα χεϊν 1. Εχχεϊν. ρεί τινι αίμα : starkt,
αϊμορραγεϊν.: mitt hjerta blöder, δάχνομαι τήν
χαρδίαν 1. τήν ψυχήν.
Blödig, -sint, se Vek.
Blöja, σπεϊρον, τό. ειλυμα, τό.
Blöt, 1) gmdränkt, διάβροχος, διαβρεχής,
δί-υγρος, χά&υγρος, 2. 2) mjuk (om frukt),
τα-χερός, 3. σαπρός, 3 (af ruttenhet). 3) blödsint,
se Y ek.
Blöt, lägga i b., se Följ.
Blöta, βρέχειν. cJV«-, χαταβρέχειν. νγραίνειν.
διυγραίνειν. τέγγειν.
Blötdjur, -mask, μαλάχια, τά.
Blöthet, σαπρότης, ή (af förruttnelse). Se f.
öfr. Mjukhet, Vekhet.
Blötna, m. pass, af vv. under Blöta. Jfr
Mjukna.
Bo = invånare, bl. i smnsättningar: gm adjj.
bildade af ortsnamnen. Se f. öfr. Landtbo,
Stadsbo, Öbo.
Bo, 1) bostad, a) f. mskr, se Boning, b) f.
djur, oty -σις, ή (i allmht). Se vidare Näste,
Ide, Kula. 2) se Bohag.: sätta b., se
Bosätta sig. 3) egendom i löst o. fast, οϊχος, o.
ουσία, ή.
Bo, 1) eg., οϊχεϊν, iv-, χατοιχεϊν (χωρίον 1.
Εν χωρίω). (ίν)ΰιατρίβειν. (Εν)ΰιαιτάσ&αι. τήν
δίαιτα ν ποιεϊσ&αι 1. εχειν.: b. tillsammans m. ngn,
συν-οιχειν.: b. bredvid ngn, παροιχεϊν τινι. 2) fig.,
om egenskaper, είναι. Ενειναι. mer poet.,
συνεϊ-ναι, σύνοιχον είναι.
Bock, 1) djuret, τράγος, ό. αίξ, γός, ό.:
hörande till b., τραγιχός, 3.: lik b., τραγοειδής,
2.: lukta s. en b., τραγίζειν. τραγάν. χιναβράν.
2) ställning, πήγμα, τό. υπ έρεισμα, τό.: kuskb.,
όχρίβας, αντος, ό. 3) se Fel.
Bocka sig, se Buga.
Bockfotad, τραγόπους, 2. τραγοσχελής, 2.
Bocklnkt, χινάβρα, ή. γράσος, ό.
Bockskinn, τραγή, ή.
Bockskägg, τραγοπώγων, ωνος, ό. τραγιχός
πώγων, ο.
Böd, 1) förvaringsställe, άπο&ήχη, ή.
ταμι-ειον, τό.: f. spannmål, σιτοβόλιον, τό. σιτοβολών,
ώνος, ό.: f. redskaper, σχευο&ήχη, ή· 2)
salubod, πωλητήριον, τό. χαπηλεϊον, τό.
7
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>