Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - B - Bostad ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
54
Bostad — Bredvid.
Boetad, ήθος, τό. οίκητήριον, τό. οϊκησις, ή.
δίαιτα, ή.: hafva sin b., se Bo.: taga sin b., se
Bosätta sig.: ändra b., μετανίστασθαι.
μετοίκιζε o θα ι: anvisa ngn en b. på ett ställe,
χατοι-κίζειν τινά εις χωρίον, έν τόπω.: anvisa ngn en
annan b., μετανιστάναι, μετοικίζειν τινά.:
bostadens förläggande på ett annat ställe,
μετανάστα-ΰΐς, ή. μετοικισμός, ο. μετοίκησις, ή.: föra
tillhopa i en b., σννοιχίζειν. Jfr Boning, Hem.
Boställe, cδημοσία οϊκησις, ή.
Bosätta sig, a) taga sin bostad, iv-, εις-,
κατοικίζεσθαι, κατοικήααι εις 1. iv. οϊκίζειν
χωράν. καθιδριιεσθαι, τήν οϊκησιν ϊδρύεσθαι iv. Jfr
Bostad, b) sätta bo, οϊκησιν κατασκενάζεσθαι.
οϊχονομεϊν άρχεαθαι. οίκον ο μίαν καθίστασθαι.
Bot, 1) botande, ϊασις, ή. ιατρεία, Ιάτρενσις,
ή. 2) syndabot, se Ånger. 3) penningestraff,
se Böter.
Bota, 1) läka, hela, ϊάσθαι. άκεϊσθαι.
θερα-πενειν. ύγιοποιειν.: fullkomligt b., έξιάσθαι.: lätt
att b., ενίατος, ενθεράπεντος, 2.: svår att b.,
δυσίατος, δνσθεράπευτος, 2.: s. icke står att b.,
ανίατος, ανήκεστος, 2. 2) laga, afhjelpa,
άκεϊσθαι. ακεϊσθαι. έπισκενάζειν (t. ex. vavv, τείχη).
Botanik, βοτανική, ή. -iker, o τής
βοτανικής εμπειρος.
Botemedel, 1) läkemedel, ϊαμα, ϊατήριον,
τό. ψάρμακον, τό. άκος, τό (sällan i prosa),
κα-τάποτον, τό.: b. mot ngt, άντίόοτον,
άντιφάρ-μακον, τό. 2) hjelpmedel, utväg, έπικούρημα,
τό. βοήθημα, τό. μηχανή, ή.
Botfärdig, se Ångerfull.
Botten, 1) eg., πνθμήν, ένος, ό. έδαφος, τό.
πύνδαξ, ακος, ο.: gå till b. (om fartyg),
κατα-δνεσθαι. διαφθείρεσθαι. άπό λλν σθαι.: sätta sig,
fällas på b., ύποστήναι.: gå i b. m. ngt,
(££)-άκριβοϋν τι. διακριβούv, -σθαι τι. άχριβώς
ίξε-τάζειν τι.: fr., i b., τω όντι. (ώί) αληθώς. 2)
grund ο. mark, έδαφος, τό. δάπεδον, τό.: stå på
egen b., ίφ9 εαυτόν είναι. 3) på målningar,
ύ-ποκείμενον χρώμα, τό.
Bottenfällning, -sats, ύπόστημα, τό.
υ-πόστασις, ή. υποστάθμη, ή. άφύλισμα, τό.
Bottenlös, άβυσσος, 2. άπύθμενος, 2.: om
väg Ζ άβατος, 2. άπόρεντος, 2.
Bottenrik, βαθύπλουτος, 2. ζάπλοντος, 2.
λακκόπλοντος, 2.: vara b., ζαπλουτεϊν.
Bouppteckning, ή τών
καταλελειμμένωνχρημάτων 1. τον κλήρον απογραφή.: förrätta b., τά
καταλελειμμένα 1. τον κλήρον άπογράφειν.
Bra, χρηστός, 3. άγαθός, 3. σπουδαίος, 3.:
= nyttig, brukbar, χρήσιμος, ίπιτήδειος, 3 ο. 2.:
= frisk, άνοσος, υγιής, εύρωστος, 2. ευ, χαλώς
εχων, ουσα, όν.: = betydlig, sed. ο. — Adv., ευ.
καλώς, ορθώς.: = mycket, ganska, μάλα. πάνυ.
σφόδρα. Ισχυρώς.
Bragd, se Bedrift.
Brak, πατάγος, ό. ψόφος, ο. κτύπος, ό.
ά-ραγμός, ό.
Braka, παταγεϊν. ψοφεϊν. κτυπείν.
Brand, 1) ss. tillstånd, a) eg., καυσις, ή.
φλόγωσις, ή.: = eldsvåda, πυρκαιά, ή.
εμπρη-σι><>, ή.: sticka i b., ίμπιπράναι. έπιφλέγειν.
ν-φ>άπτειν. έμβάλλειν πυρ τινι.: s. anlägger b.,
Ιμ-πρηστής, ου, ό.: stå i b., καίεσθαι. φλέγεσθαι :
ödelägga m. b., καταφλέγειν. πυρπολεϊν. άρουν
πνρί. Jfr Eld. b) oeg., a) hos djur, se Kall-
brand. ß) på träd, σφακελισμός, o. χανθμός,
0.: på säd, μίλτος, ή- έρυσίβη, ή. 2) se
Eldbrand.
Brandfläck, έγκαυμα, τό.
Brandgul, πυρρός, 3. ξανθός, 3.
Brandpil, πυρφόρος οίστός, ό. βελοσφενδό
νη, ή.
Brandredskap, σβεστήρια σκεύη, τά.
Brandsignal, σημεϊον, ω πυρκαιά
σημαίνεται.: ge b., σημαίνειν πυρκαιά ν.
Brandskada, βλάβη ή υπό του πυρός 1. διά
τό πυρ.
Brandskatt, άργύριον τακτόν, τό. φόρος, ό.
Brandskatta, χρήματα έπιτάττειν τινί.
άρ-γυρολογεϊν, φορολογεϊν τινα.
Brandskattning, χρημάτων έπίταξις, ή.
άρ-γυρολογία, ή.
Brandspruta, σίφων, ωνος, ό,
Brandställe, πυρά, ή (der elden härjar).
οϊκόπεδον, τό (der hus nedbrunnit).
Brandvakt, φυλακή πυρκαιάς ενεκα χατα
σταθεϊσα, ή.: ss. en enskild person, φύλαξ π. i.
κατασταθείς, ό.
Brant, 1) adj., ανάντης, 2 (b. uppstigande).
κατάντης, 2 (stupande), πρανής, 2. απόκρημνος,
2. κρημνώδης, 2. απότομος, 2. άπορρώξ, ώγος,
ο, ή. 2) subst, a) eg., κρημνός, ό. άπορρώξ
{πέτρα), ή ο. neutr. af adjj. b) se Band.
Brasa, se Eldbrasa.
B rass, ύπέρα, ή.
Bravo, εν γε.
Bravur, άρετή, ή. άνδρεία, ή.: vilja visa en
viss b., άρετής τι μεταποιεϊσθαι.
Bred, 1) eg. ευρύς, 3. πλατύς, 3 (om ytor,
t. ex. οδός). Vid måttbestämningar m. tal
nyttjas acc. (τό) ενρος, πλάτος, t. ex. floden är 3
stadier b., ό ποταμός τρία εχει στάδια το ενρος 1.
τριών έστι σταδίων τό ενρος.: lika b. s. lång,
ίσος τό εύρος και τό μήκος.: göra b., εύρύνειν.
πλατύνειν.: vidt ο. bredt, έπί πολύ. ίπί πλείστον.:
göra sig stor ο. b. (fig·)., πλατνγίζειν. Ofta
gifves b. gm smnsättningar, t. ex. m. bredt bröst,
ενρύστερνος, ευρνστήθης, 2.: m. breda fötter,
πλατύπονς, οδος, ό, ή.: m. breda blad, horn,
πλατύφυλλος, 2. πλατνκέρως, ωτος, ό, ή.: m.
bredt hufvud, πλατνκέφαλος, 2.: m. b. mun, näbb,
svans, tunga, πλατύστομος, πλατύρρνγχος,
πλα-τύκερκος, πλατύγλωσσος, 2.: m. b. näsa,
πλα-τύρριν, ινος, ο, ή.: m. b. rygg, εύρύνωτος,
πλα-τύνωτος, 2. 2) oeg., a) i uttalet, πλατύστομος,
2.: vara b. i uttalet, πλατειάζειν. πλατυστομείν.
πλατύνειν τήν φωνήν. b) omständlig, utförlig,
περιττός, 3.: tala vidt o. bredt, μαχρηγορεϊν.
πολλά λέγειν.
Breda, se Utbreda.
Bredaxlad, εύρέας τους ώμους εχων.
Bredd, εύρος, τό. πλάτος, τό. πλατύτης, ή.:
ib., på bredden, το εύρος, κατά τό εύρος. Jfr
Bred.: de voro uppställde 4 man i b.,
τεταγμένοι ήσαν έπί τεττάρων 1. έπι τέτταρας (om
ställningens inträdande).: i b. m. ngt, παρά τι. fig.,
έν ϊσω 1. ομοίως τινί. κατά τι.: gå i b. m. (fig.),
παρακολουθεϊν, παρέπεσθαί τινι.: sätta ngn i b.
m. ngn, παραβάλλειν, άντιπαραβάλλειν τινά τινι
1. πρός τινα. iv ϊσω ποιεϊσθαι 1. ίσον τιθέναι
τινά τινι.
Bredvid, παρά m. acc. (mest om saker), παρά
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>