Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - F - Flykta ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Flykta —Fnasker.
97
δρόμω φεύγειν. προτροπάδην φεύγειν (hals öfver
hufvud), όρμάν εις φυγήν.: på f., φεύγων, ουσα, ον.
Flykta, se Fly.
Flyktig, φ>εύγων, ουσα, ον. φυγάς, άδος, ό
(ur sitt land).
Flykting, φυγάς, άδος, ό (ur
fäderneslandet). δραπέτης, ου, ο (rymmare).
Flyta, 1) om flytande ämnen, ρεϊν. φέρεσθαι
(hastigt f.). λείβεσθαι (sakta), τήκεσθαι,
διαχεϊ-σθαι (blifva flytande, om metaller o. d.).: f. förbi,
παραρρεϊν.: floden flyter ut i hafvet, ό ποταμός
έκ-, εισβάλλει εις τήν θάλατταν. 2) föras af en
rinnande massa, φέρεσθαι. καταφέρεσθαι. 3) ej
sjunka, έπιπολάζειν. νεϊν. Ιπινεϊν. 4) vara
öfvergjuten af, ρεϊν, t. ex. αϊματι, ιδρώτι, δάκρυσιν.
— flytande, ρυτός, 3 (rinnande), ρευστός,
ρευ-στικός, υγρός, 3 (mots. fast, torr), τηκτός, 3 (om
metaller, vax o. d.). εϋρους, εύρυθμος, 2 (om tal).
Flytande, -ning, ρεύσις, ή. ρεύμα, τό.
ίπι-πόλασις, ή ο. έπιπολασμός, ό (ofvanpå).
Flytta, 1) tr., μετατιθέναι. μεθιστάναι.
με-ταφέρειν. μετάγειν. μετατάττειν. μετακινειν.
με-τακομίζειν. μετοικίζειν (låta ändra bostad),
κι-νεϊν (röra).: f. undan, άποτιθέναι. άφιστάναι.:
f. närmare, προσάγειν.: f. en sten i brädspelet,
κινεϊν, θέσθαι, φέρεσθαι πεττόν.: ett hus,
με-τοικοδομεϊν. 2) refi., μεθίστασθαι. μεταχωρεϊν.
κινεϊσθαι.: f. sig undan för ngn, έξανίστασθαι,
παραχωρεϊν τινι. 3) intr., μετοικεϊν.
μετοικίζε-σθαι. μετανίστασθαι. εξοικίζεσθαι. Ιξοικεϊν.
Flyttbar, κινητός, 3.: f. egendom, έπιπλα,
ων, τά.
Flyttfisk, ϊχθύες άγελαϊοι, οι.
Flyttfågel, οδοιπόρος όρνις, ό, ή.:
flyttfåglar, όρνιθες άγελαϊοι.
Flyttning, 1) tr. μετάθεσις, μετακίνησις, ή.
κίνησις, ή. 2) intr., μετοίκησις, ή. μετοικισμός,
ό. μετάστασις, μετανάστασις, ή. έξοίκησις, ή.
Flå, δέρειν. άπο-, Εκδέρειν. άποδερματουν.:
ett träd, se Af skala.
Flåning, έκδορά, ή.
Flåsa, άσθμαίνειν, άσθμάζειν. φυσάν.
Flåsning, άσθμα, τό. φ>ύσησις, ή.
Fläck, κηλίς, ϊδος, ή (vanställande f.; äfv. fig.
= όνειδος), sedn., σπϊλος, ό ο. σπίλωμα, τό.
στίγμα, τό ο. στιγμή, ή (prick; eg. stucken f.).:
svartblå f. på huden, άλφός, o.: i ögat,
λεύκωμα, άργεμον, τό.; en mängd brokiga fläckar,
ποικιλία, ή.: göra fläckar på ngt, ποικίλλειν τι
(brokiga fläckar), στίζειν, στιγματίζειν τι (m.
hvasst instrument), se för öfr. Fläcka. — Jfr
Punkt, Mål.
Fläcka, κηλιδούν, μολύνειν, σπιλούν (eg. ο.
oeg.). φύρειν (eg.), άναμολύνειν (alldeles f.).: f.
m. blod, se Blod.: oeg., μιαίνειν, καταμιαίνειν
(m. svår skuld), αϊσχννειν, καταισχύνειν (m. vanära).
Fläckfri, καθαρός, 3, αμίαντος, 2 (eg. o.
oeg.).: bl. oeg., άμεμπτος, 2. άγνός, 3.
Fläckig, κηλιδωτός, 3 (af smuts, o. d.).
ποικίλος, 3 (brokig), βαλιός, στικτός, 3 (om djurs skinn).
Fläder, άκτή, άκτέα, ή.: af f., άκτινος, 3.
-blom, κάνωπον, τό.
Flädermus, νυκτερίς, ίδος, ή.
Fläkta, σχίζειν. διασχίζειν.
Fläkt, πνοή, ή. πνεύμα, τό.
Fläkta, πνεϊν. ψυχειν (svalka), ριπίζειν (m.
fläkta).
Fläkta, ριπίς, ίδος, η. ψυγμα, τό.
Fläktande, πνοή, ή (vindens).: m. solfjäder
1. d., ρίπισις, ή. ριπισμός, ό. ψύξις, ή.
Flämta, 1) se Flåsa. 2) se Fladdra.
Fläng, θορυβώδης ταχυτής, ή. σφοδρότης καί
ταραχή, κίγκλισις, ή (häftig rörelse på kroppen).:
i f., οξέως καί άτάκτως. σπουδή καί ταραχρ.
Flänga, 1) tr., se Slita. 2) intr.,
κιγκλί-ζειν, σείεσθαι (m. kroppen), άτάκτως σπενδειν.
έγκονεϊν.
Flärd, τά κενά, μάταια, ουδενός άξια
(tomma, haltlösa saker), λήρος, oc, φλυαρία, ή (strunt).
κιβδηλία, ή, τό κίβδηλον (eg. mynts oäkthet).
κόμπος, ό, αλαζονεία, ή (prål, skryt),
κενοσπου-cΠα, ή (ifver för fåfängligheter). rö| σοβαρό ν
(bra-skande uppblåsthet), καλλωπισμός, ό,
καλλώπισμα, τό (i klädsel).
Flärdfri, άκομπος, 2. άκαλλώπιστος, 2.
άφε-λής, 2. λιτός, 3. εντελής, 2. άπλούς, 3.
Flärd fr i het, άφέλεια, λιτότης, εντέλεια,
απλό της, ή.
Flärdfull, κενός, 3. μάταιος, 3. κίβδηλος, 2.
σοβαρός, 3.: bl. om pers., κενόσπονδος, 2.
άλα-ζών, όνος, ό, ή.
Flärdlös, se Flärdfri.
Fläsk, af svin, ύεια 1. χοίρεια (κρέα), τά.
Fläskig, se Fet.
Fläsksvål, φορίνη, ή.
Fläta, πλέκειν. δια-, συμπλέκειν. έλίττειν
(vira). — flätad, πλεκτός, 3. πεπλεγμένος, 3.
Fläta, af hår, πλόκαμος, ό. f. öfr. se
Flätverk.
Flätning, πλέξις, ή. πλοκή, ή.
Flätverk, πλέγμα, τό (i allmht). πλόκανον,
τό (ish. vanna). ταρσός, ό (torklafve, äfv. matta,
skanskorg). φ»ορμός, o (korg, matta), γύργαθος,
o (korg flätad af vide).
Flöda, ρεϊν.: om hafvet (vid flod),
πλημμν-ρεϊν.: f. öfver, ύπερπολάζειν. περιρρεϊν.
πλεονά-ζειν.: om kärl, ύπερ-, άνάπλεων γίγνεσθαι,
ύ-περεμπλησθήναι. Jfr Öfver svämma.
Flöde, ροή, ή. ρεύμα, τό.
Flöjel, άνεμονριον, τό.
Flöjt, αυλός., ό.: till f., πρός αυλό ν. ύπ’
αύ-λόν. ύπ’ αυλού.: blåsa f., αύλεϊν. αύλούς ανλεϊν
1. φνσάν. till ngt, προσανλεϊν.: spela för ngn på
f., κατανλεϊν τίνος.: låta spela på f. för sig,
αύ-λεϊσθαι. κατανλεϊσθαι.: spelandet på i., ανλησις,
ή.: det s. blåses på f., ανλημα, τό.: sång till f.,
ανλωδία, ή.: förfärdigandet af flöjtar, ανλοποιία,
ή.: dna konst, αύλοποιητική, ή.
Flöjtfodral, ανλοδόκη, ανλοθήκη, ή.
Flöjtmakare, αύλοποιός, ό.
Flöjtspelning, αύλησις, ή.: hörande till f.,
αύλητικός, 3.: konsten, ανλητική, ή.: förnöja ngn
m. f., καταυλεϊν τινα.
Flöjts ρ el are, ανλητής, ού, ό.
Flöjtspelerska, αύλητρίς, ίδος, ή.
Fnas, λεπίδες, αι. πίτυρα, τά.
Fnask, κάρφος, τό. λίχνενμα, χναΰμα, τό
(läckerhet).
Fnaska, χναύειν, τενθενειν (äta läckerheter).
μικρολογεϊσθαι (befatta sig m. småsaker).
Fnaskande, τενθεία, ή. μικρολογία, ή.
Fnasker, λίχνος, τένθης3 ον, χνανστικός, δ
(läckermun), μικρολόγος, κίμβιξ, ό (s.
sysselsätter sig med småsaker).
13
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>