Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - F - Förbud ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Förbud — Fördrifva.
119
άπόρρηΰις, ή. άποχήρνξις, ή, -γμα, τό.: utfärda
ett f., άποχηρύττειν μή ποιεϊν τι.
Förbud, προάγγελος, ο. προπεμφθείς άγγελος.
Förbund, συμμαχία, όμαιχμία, ή (krigsf.,
offensivt 1. defensivt). Επιμαχία, ή (bl. defens.).:
sluta f., σπονδάς ποιεϊσθαι. σπένδεσθαι.
συμμα-χίαν ποιεϊσθαι. Jfr Fördrag.
Förbygga, εμπροσθεν οικοδομεϊν. άπ
οικοδομεϊν. διοικοδομεϊν. παροικοδομεϊν. b) f. sig,
οϊκο-δομουντά χαταναλίσχειν τήν ούαίαν.
För by t a, μεταλαμβάνειν τι αντί τίνος.:
förbytas 1. f. sig, se Förvandla.
Förbättra, διορθούν. Επανορθούν, -σθαι.
μεθαρμόζειν. εϊς 1. Επί τό βέλτιον καθιστάναι.:
moral. f., βελτίω ποιεϊν. μεταρρυθ μίζειν.: f. ngt
skrifvet, μεταγράφειν, διασκευάζειν. Jfr Bättra.
Förbättring, Επανόρθωσις, διόρθωσις, ή.
Επανόρθωμα, τό. — διασκευή, η.
Förbön, παραίτησις, ή. Εξαίτησις, ή.: inlägga
f. för ngn, δεϊσθαι 1. δεήσεις ποιεϊσθαι υπέρ
τίνος. παραιτεϊσθαι περί τίνος. Ιχετεύειν υπέρ τίνος.:
på ngns f. göra ngt, παραπεισθέντα υπό τίνος
1. παραιτουμένου τινός ποιεϊν τι.
Fördel, συμφέρον, οντος, τό, αγαθόν, τό,
ωφέλεια, ή, δνησις, ή, δφ>ελος, τό (allt, hvad s.
är nyttigt), λήμμα, κέρδος, τό (vinning), χαρπός,
ο (s. uppstår af ngt), χαιρός, o (af
omständigheterna beskärd).: hafva, draga f. af ngt,
ώφε-λεϊσθαι άπό 1. εχ τίνος (υπό τίνος, af ngn),
ώφέ-λειαν 1. άγαθά εχειν άπό 1. εκ τίνος, ωφέλεια
εστι 1. γίγνεται μοι εχ τίνος, καρπούσθαί τι.
χαρ-πόν λαμβάνειν άπό τίνος, άπολανειν τινός,
κερ-δαίνειν Εκ 1. άπό τίνος, περιγίγνεται τί μοι εχ
τίνος.: tillskynda, bringa ngn f., ώφελεϊν τινα.
ώφέλειαν 1. άγαθά παρέχειν τινί. χέρδος 1.
καρπό ν φέρειν τινί. συμφέρειν, λυσιτελεϊν τινι.
οφε-λός Εστί μοί τίνος.: förskaffa sig fördelar, εύρίσχειν
1. διαπράττεσθαι Εαυτώ άγαθά.: iakttaga sin f.,
παραφυλάττειν τό συμφέρον. (παρα)τηρεϊν τον
καιρόν.: bl. se på, söka sin f., τά εαυτού μόνον
σκοπεϊν. πράττειν 1. σκοπεϊν μόνον τό ίδιον
συμφέρον. φιλοκερδεϊν.: på smutsigt sätt,
αισχροκερδή είναι, αϊσχροκερδεϊν. Εργολαβεϊν.: till f. för
ngn, Επ’ ωφελεία 1. Επ’ άγαθώ τίνος, υπέρ τίνος,
πρός τίνος.: använda ngt till sin särskilda f.,
εις τό ίδιον κατατίθεσθαί τι. — b) f. framför
andra, πλεονέκτημα, τό. πλεονεξία, ή. προτέρημα,
τό. : ha f., πλέον εχειν. πλεονεκτεϊν. προέχειν. Επί
προτερήματος γίγνεσθαι, προτερεϊν.
Fördela, νέμειν, δια-, Επι-, κατανέμειν.
κα-ταμερίζειν. διαδιδόναι. διαιρεΐν. διαλαμβάνει ν.:
f. gm lott, διακληρούν.: sins emellan f.,
διαιρεϊ-σθαι. δια-, κατανέμεσθαι. διαλαμβάνειν.: f.
trupper, διατάττειν, άποτάττειν στρατιώτας.: i. land
mellan nybyggare, κατακληρουχεϊν. άναδάσασθαι.
Fördelaktig, συμφέρων, ουσα, ον.
σύάφορος, 2. ωφέλιμος, 2. λυσιτελής, 2. κερδαλέος, 3.
αγαθός, 3. χρήσιμος, Επιτήδειος, 3 ο. 2. καλός, 3.:
vara f. för ngn, ώφελεϊν τινα. συμφέρειν,
λυσιτελεϊν τινι. συμβάλλεοθαί τινι. κέρδος φέρειν τινί.
προύργου είναι τινι. καιρόν εχειν τινί. ζν καιρώ
είναι 1. γίγνεσθαι τινι. Ιπί καιρού 1. εϊς καιρόν
γίγνεσθαι τινι.
Fördelare, διανομεύς, έως, ό. ο. gm part.
Fördelning, διανομή, ή. νέμηύις, ή.
διάδο-4ις, η. διαίρεσις, η.: af land, αναδασμός, δ.
Fördenskull se Derföre.
Förderf, φθορά, διαφθορά, ή. άπώλεια,
Ιξώ-λεια, ή. δλεθρος, ό. βλάβη, ή. λύμη, ή. κακόν,
τό.: störta i f., διαφθείρειν, άπολλύναι τινά.:
störta sig i f., εϊς άπώλειαν δούναι εαυτόν, b)
moral., πονηρία, ή. κακία, ή.
Förderflig, ολέθριος, 2. φθαρτικός, 3.
βλαβερός, 3. κακός, 3. δεινός, 3.
Förderfva, διαφθείρειν (både phys. ο. moral.).
άπολλύναι, διολλύναι. λυμαίνεσθαί τινα 1. τινί.
— förderfvad (moral.), διεφθαρμένος, 3.
κακός, 3.: i grund f., Εξώλης, 2.
Förderfvare, διαφθορεύς, ό. vanl. gm part.:
f. af ungdomen, δ τούς νέους διαφθείρων.
Fördjupa, 1) eg., βαθύνειν. κοιλαίνειν. 2)
fig., καταδύειν, ίμβάλλειν (τινά τινι).: f. sig i
ngt, ολον γίγνεσθαι πρός τινι. — fördjupad,
a) eg., κοίλος, 3. εγκοιλος, 2. b) i tankar,
σύν-νους, 2.: vara f. i ngt, δλον είναι πρός τινι,
Fördjupning, κοιλάς, άδος, ή. κοίλον,
εγκοι-λον, τό. κοιλότης, ή. βάθυομα, τό. εισοχή, ή.
Fördom, δόξα ούκ ορθή, ή. οϊησις, ή.: ϊ. mot
ngn, υποψία πρός τινα.: fatta en f., δόξαν ουκ
ϊρθήν ελέσθαι 1. προλαμβάνειν. προδοξάζειν.
προ-καταγιγνώσκειν.: hysa en f. mot ngn 1. ngt,
ύποπτεύειν τινά 1. τι. προκατεγνωκέναι τινός.:
ingifva ngn {., προκαταλαμβάνειν τινά. mot ngn,
ύποπτον ποιεϊν τινα παρά τινι.
Fördomsfri, ού δεν προεγνωκώς 1. προλαβών.
— Ελεύθερος, 3. γενναίος, 3.
Fördomsfull, gm omskr. m. vv. under
Fördom. δεισιδαίμων, 2 (bigott).
Fördrag, 1) traktat, συνθήκη, η. σπονδαί,
αι. σημβόλαιον, τό (handelsfördrag).: sluta ett f.
m. ngn, συντίθεσθαι, συμβαίνειν τινί 1. πρός τινα.
συνθήκας 1. σπονδάς ποιεϊσθαι πρός τινα.
σπέν-δεσθαί τινι, om ngt, τί.: hålla ett f., Εμμένειν
ταϊς συνθήκαις 1. σπονδαϊς. Εμπεδούν 1.
διαφυλάττει τάς συνθήκας 1. σπονδάς.: bryta ett i.,
παρά τάς συνθήκας ποιεϊν. λύειν τάς σπονδάς.
ψεύδεσθαι συνθήκας.: öfverträda ett f.,
ύπερβαί-νειν 1. παραβαίνειν συνθήκας.: enligt f., κατά τάς
σπονδάς. κατά τά συγκείμενα. Εκ τών συνθηκών.
Εκ τών συγκειμένων. 2) tålamod, συγγνώμη, ή.
πραότης, ή.: ha f. m. ngn, συγγνώμην εχειν 1.
ποιεϊσθαι τινι (för ngt, τινός, πράως φέρειν τι).
Fördraga, φέρειν. ύποφ>έρειν. άνέχεσθαι.
ύ-πομένειν. καρτερεϊν.: kunna f. ngt, καρτερικόν
είναι τίνος 1. πρός τι. καρτερικώς εχειν πρός τι.:
icke kunna f. ngt, ούχ ύπομένειν τι. φεύγειν τι.
χαλεπώς 1. βαρέως φέρειν τι.
Fördragsam, συγγνώμων 2 (τινός, m. ngt.).
συγγνωμονικός, 3. Επιεικής, 2. πράος 1. πραύς,
3. ευμενής, 2.: vara f., συγγνώμην εχειν.
Επιει-κεία χρήσθμι.
Fördragsamhet, ευγνωμοσύνη, ή. πραότης,
η. ενμένεια, ή. συγγνώμη, η.
Fördrifva, άπελαύνειν. Εξελαύνειν. άπωθεΐν.
Εκβάλλειν. Εξανιστάναι. άποσοβεϊν (bortskrämma).:
f. ur landet, ΕκβάΙλειν τινά (Εκ τής χώρας, τής
πατρίδος), φυγαδεύειν τινά. Εκδιώκειν τινά.:
fördrifvas ur staten, Εκ πίπτειν τής πόλεως, φυγείν
Εκ τής πόλεως.: f. ngn fr. en position (i krig),
Εκκρούειν τινά.: f. smärtor o. kslor i allmht,
παύειν τι.: f. fruktan hos ngn, παύειν τινά του
φόβου 1. φοβούμενον.: f. lättja gm stryk, τήν
άργίαν πληγαϊς Εξαναγκάζ$ιν.: f. tiden,
διατρί-βειν τον χρόνον.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>