- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
124

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - F - Förfuska ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

124

Förfuska —Förhatlig.

Förfuska, όϊαφθείρειν.

Fö rf tå η g, se Skada.

Förfäder, πρόγονος οι. προγεγενημένοι, ol.
ol πρόσθεν 1. άνωθεν (γεγενημένοι). προπάτορες,

ol πατέρες, ol- e f

Förfäkta, διαμαχεσθαι περί 1. υπε(> τίνος,
mot ngn, τινί 1. προ? rwa. άγωνίζεσθαι τινι
υπέρ τίνος, νπερμαχεϊν τίνος, διισχυρίζεσθαι τι 1.
περί τίνος, άπολογεϊσθαι υπέρ τίνος. Jfr F ö
r-svara c c

Förfäktande, ό υπέρ τίνος άγωνισμός. η
υπέρ τίνος διαμάχη. Jfr Försvar.
Förfära, se Förskräcka.
Förfärdiga, ποιεϊν. κατασκευάζειν.
Εογάζε-σθαι. άπ- , Εξεργάζεσθαι. δημιουργεϊν.
άποόείκνυ-ϋθαι. Stundom gm smnsättngr m. ποιεϊν, mera
sällan -ουογεϊν. t. ex. f. vapen, bildstoder, tegel,
όπλοποιεϊν, άνδριαντοποιεϊν, πλίνθουργεϊν.

Förfärdigande, ποίησις, ή. Stundom gm
smnsättngr m. -ποιία 1. -ουργία. t. ex. f. af
vapen, bildstoder, tegel, οπλοποιία,
άνδριαντοποι-ta, πλινθουργία, »J.

Förfärdigare, ποιητής, ου, oc. δημιουργός,
ο. ο. partt. Stundom gm smnsättngr m. -ποιός
1. -οι/ρ^/ο’?. t. ex. f. af vapen, bildstoder, tegel,
οπλοποιός, άνδριαντοποιός o. (Sedn.)
άνδριαν-τουργός, πλ^θ-ουρ^ο’?, oc.

Förfärlig, se Förskräcklig.
Förfölja, 1) eg. διώχειν, κατα-, Επι-,
μετα-διώκειν τινά. επεσθαί τινι.: ihärdigt f.,
εκδιώ-κειν. 2) fig., Εγκεϊσθαι, bτικεϊσθαί τινι. Ενοχλεϊν
τινι. Επηρεάζειν τινί. κακώς ποιεϊν τινα.

Förföljande, 1) eg., δίωξις,ή. διωγμός, ό.:
vidare f., Επιδίωξις, ή. 2) fig., se Följ.

Förföljelse, διωγμός, ό. Επήρεια, ή.
Επηρεασμός, 6. Ενόχλησις, ή. κάκωσις, ή.

Förföra, se Förleda: = moral, förderfva,
διαφθείρειν.: f. en qvinna, διαφθείρειν γυναίκα.:
söka f. en qvinna, πειράν, ελκειν γυναίκα.

Förförande, παραγωγή, ή. Επαγωγή, ή.
ά-πάτη, ή.: = moral, förderivande, διαφθορά, ή.

Förförare, άπατεών, ώνος, ό. διαφθορεύς,
ό. f. öfr. partt.

Förfördela, se Förorätta, Förolämpa.
Förförelse, 1) se Förförande. 2) det s.
förför, gm neutr. af a-djj. under Följ.

Förförisk, Επ αγωγό ς, προσαγωγός, 2
(retande). άπατηλός, 3, κακότεχνος, 2 (bedräglig).: le
förföriskt, προς-, Επαγαγόν γελάν.

Förgapa sig, se Gapa.: f. sig i ngt,
σφόδρα Επιθυμητήν γίγνεσθαι τίνος.: f. sig i ngn,
δεινω ερωτι ληφθήναί τίνος.

Förgifning, φαρμακεία, ή. f. öfr. gm υν.
Förgift, se Gift.

Förgifta, a) m. sak-ofy’., φάρμακον εις-,
Εμβάλλειν εις τι. φάρμακα προσμιγνύναι τινί.
φαρμάττειν. φαρμακουν.: f. pilarne, τοξικόν
Επα-λείφειν τοϊς οϊστοϊς. τούς οΐστούς εις τοξικόν
Εμ-βάπτειν. b) se Förgifva.

För gif tar e, se Giftbiand ar e.
För gif t ig, se Giftig.

Förgifva, φάρμακον προσφέρειν 1. διδόναι
τινί. φαρμακενειν τινά. φαρμάκω διαφθείρειν 1.
άναιρεϊν τινα.: f. sig, se taga Gift.
Förglömma, se Glömma.
Förgrena sig, διασχίζεσθαι (εϊς όζους).
Förgripa sig, på ngt, άπτεσθαί τίνος. Επι-

χειρεϊν τινι. άδικεϊν τι.: {. sig på ngn,
Επιχει-ρεϊν τινι. χείρας Επιβάλλειν τινί. βιάζεσθαι,
αϊκί-ζειν, κακούν, λωβάσθαί τινα.

Förgripelse, αϊκία, κάκωσις, λώβη, ή.

Förgriplig, άνόσιος, 2. άδικος, 2. βίαιος,
3 ο. 2,

Förgrund, τό 1. τά εμπροσθεν.: på theatern,
προσκήνιον, τό.

Förgrymmas, se "Vredgas.

Förgråten, εμπλεως δακρύων, σφοδρότατα
δακρύσας.

För guda, άνάγειν είς θεούς, άπαθανα τίζειν
(eg.), άπο-, Εκθεούν, Εκθειάζειν (eg. ο. oeg.). Jfr
Afgud a.

Förgylla, 1) eg., (κατα)χρυσούν. — förgylld,
Επίχρυσος, 2. κατάχρυσος, 2. χρυσωτόί, 3.:
invändigt f., χρυσόκλυστος, 2. 2) fig., περιπέττειν.
ύποκορίζεσθαι. καλλύνειν.

Förgyll are, χρυσωτής, ου, ό.

Förgyllning, 1) eg., a) om handlingen,
χρύ-σωσις, ή. b) det pålagda guldet, bl. χρυσός, o.
2) fig., υποκορισμός, ό. ύποκόρισμα, τό.

Förgå, 1) παριέναι {-έρχεοθαι). παροίχεσθαι.
φεύγειν. άφανίζεσθαι. (άπο)παύεσθαι (upphöra).:
ngt förgår för mig, άπολείπει μέ τι. 2) f. sig,
mot ngn, άδικεϊν τινα. (Εξ)αμαρτάνειν,
παρανο-μείν, πλημμελεϊν εϊς 1. περί τινα. άγνωμονεϊν είς
1. πρός τινα. 3) förgås, άπόλλυσθαι.
διαφθεί-ρεσθαι.

Förgår, πρόχθες. τρίτην ήμέραν. πρώην.

Förgård, πρόπυλον, προπύλαιον, τό (vanl.
pl., ish. om tempel ο. palatser), πρόθυρον, τό.
θύραι, al. θυρών, πυλών, ώνος, ο.

Förgäfves, μάτην. εϊκρ. άλλως, τήν άλλως,
διά κενής.

Förgängelse, φθορά, ή. ολεθρος, ό,
θάνατος, ό.

Förgänglig, Εξίτηλος, 2. βραχύς, 3.
φθαρτός, 3. θνητός, 3.

Förgänglighet, τό Εξίτηλον. φυγή, ή. τό
φ>θαρ τόν. βραχύ της, ή.

Förgäta, se Glömma. — förgäten, se
Glömsk.

Förgäten het, se Glömska 1).

Förgöra, 1) se Förtrolla. 2) ombringa,
άπολλύναι. διολλύναι. διαφθείρειν. δι-,
κατεργά-ζεσθαι. δια-, καταχρήσθαι.

Förhala, se Fördröja.

Förhand, i, på f., se Förut.

Förhandla, 1) se Öfverlägga,
Underhandla. 2) f. sig, κακώς ώνεϊσθαι.

Förhandling, se Öfverläggning,
Underhandling.

Förhasta sig, άλογιστεϊν. αύτοσχεδιάζειν.
πλημμελεϊν.: f. sig i, m. ngt, (αύτο)σχεδιάζειν τι.
προπετώς 1. άπερισκέπτως πράττειν περί τι.
άλογιστεϊν περί τι. άπερισκέπτως ορμάν Επί τι.
— förhastad, προπετής, 2. άπερίσκεπτος, 2.
άλόγιστος, 2.: fälla ett f. omdöme om ngt,
αύτοσχεδιάζειν περί τίνος.: handla, tala förhastadt,
se ofvan.

Förhastande, προπέτεια, ή. άλογιστία, ή.
αύτοσχεδίασμα, τό. πλημμέλεια, ή. Jfr
Öfverilning.

Förhatlig, μισητός, 3. άπεχθής, 2. Εχθρός,
3. Επίφθονος, 2. Επαχθής, 2. στυγερός, 3.
άξιό-μίσητος, 2. άξιο μισής, 2.; bli f. för ngn, άπε-

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0128.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free