- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
136

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - F - Förtjenst ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

136

Förtjenst— Förtviflan.

Förtjena, 1) gm arbete förvärfva, Εργάζεσ&αι.
κτάσ&αι. εύρισκε vy. λαμβάνειν, περιποιεϊσ&αι.
χρηματίζει. : f. tacksamhet, κατατί&εσ&αι χάριν. 2)
vara värd, άξιον εϊναί τίνος 1. m. inf. (af ngn,
τινί). ΰίκαιον, ϊπιτήΰειον είναι m. inf. προσήκει
μοί τι.: f. åtlöje, όφείλειν 1. οφλισκάνειν
γέλωτα. : såsom ngn förtjenar, άξίως τινός,
προσηκόντως τινί. κατά τήν άξίαν τινός. — förtjent^
a) s. man gjort sig värd, άξιος, 3. άίκαιος, 3.
προσήκων, ουσα, ον. οικείος, 3. b) s. förvärfvat
sig förtjenster, χρηστός, 3. πολλού άξιος, 3.: en
f. statsman, άνήρ πολλά άγαθ-ά πεποιηκώς τήν
πόλιν 1. τά βέλτιστα πεπολιτευμένος.: göra sig f.
om ngn, εύεργετεϊν τινα. εν ποιεϊν τινα. ώφελεϊν
τινα. χρήσιμον παρέχειν εαυτόν τινι.: göra sig
mycket f. om ngn, πολλού άξιον γίγνεσθαι 1.
εαυτόν παρέχειν τινί.

Förtjenst, 1) det gm arbete förvärfvade,
Εργασία, ή. μιαβ-ός, ό. κέρδος, τό.: god f.,
εύπο-ρία, ή.: ge god, dålig f., μεγάλα, βραχέα
ώφελεϊν.: ha mycken f., πολλά χρήματα κτήσασ&αι.:
ha ringa, dålig f., μικρά 1. βραχέα κτήσασ&αιί.
ώφελεϊσ&αι. 2) värdighet, άξια, ή.: efter f.,
κατά τήν άξίαν. κατ* άξίαν. πρός τήν άξίαν. άξίως.:
utan f., παρά τήν άξίαν. άναξίως. 3) handling
1. egenskap, s. förtjenar beröm l. tacksamhet,
ά-ρετή, ή. καλόν έργον, τό. ευεργέτημα, τό,
ευεργεσία, ή (välgerning).: ha stora förtjenster om
ngn, πολλού άξιον εϊναί τινι.: de skola återfå
sina barn för sina förra förtjenster om mig,
ύπο-λήιρονται τά τέκνα τής πρόσ&εν ενεκα περί ίμέ
αρετής. Jfr förtjent.

Förtjenstfull, πολλού άξιος, 3. καλός, 3.
χρηστός, 3.

För tjocka, πηγνύναι. σωματουν.

Förtjusa, (κατα)&έλγειν, κατακηλεϊν,
ψυχα-γωγεϊν (tjusa), ίκπλήττειν, Ιξιστάναι (bringa
utom sig), άνακτάσ^αι.: vara förtjust, κεκηλήσ&αι.
ψυχαγωγεϊσ&αι. Ικπεπλήχ&αι. κατέχεσ&αι.
νπερή-άεσ&αι, ύπερχαίρειν. — förtjusande,
d-ελκτή-ριος, 2. ήάιστος, 3. ψυχαγωγός, 2. — förtjust
(af glädje), περιχαρής, 2.

Förtjusning, κήλησις, ή. δέλγητρον, τό.
εκ-πληξις, ή. εκστασις, j}. ήάονή, ή. χαρά,

Förtorka, 1) £r., αύαίνειν. Εξ-, άφαύειν.
άπο-, καταξηραίνειν. άπομαραίνειν. 2) iwir., ο.
pass., utom pass. af nämnda äfv. άπο-,
τασκλήναι. — förtorkad, ξηρός, 3.
άπομαραν-&είς, εϊσα, έν. άπεσκληκώς, ιΓια, ός.

Förtorkning, αΰανσις,ή. ξήρανσις, ξηρασία,
η. μάρανσις, ή. μαρασμός, ό.

Förtraf, se Förtrupp.

Förtrampa, πατεϊν, καταπατεϊν. συμπατεϊν.

Förtret, a) se Förargelse, b) förtretlig
sak, πράγμα 1. έργον χαλεπόν 1. άνιαρόν, τό.

Förtreta, se Förarga.

Förtretlig, -het, se Förarglig, -het.

Förtro, se Anförtro.: f. sig till ngn,
πι-στεύειν τινί (förlita sig på ngn), άνακοινούσ&αί
τινι (rådföra sig m. ngn).

Förtroende, πίστις, εως, ή (både det man
för andra hyser och det man hos dem åtnjuter).:
ha f. för, sätta f. till, πιστευειν τινί: man har
icke f. för mig, ού πιστεύομαι, άπιστουμαι.: s.
förtjenar f., άξιόπιστος, 2. πιστός, 3. Jfr
Förtröstan. b) meddelande under tysthetslöfte,
απόρρητον, τό.: säga ngn ngt i f., ϊάία 1. Ev ά-

πορρήτω 1. di1 απορρήτων εϊπεϊν τί τινι.

Förtrogen, οϊκεϊος, 3. συνή&ης, 2.: vara f.
m. ngn 1. ngt, συνή&η εϊναί τινι. Εμπείρως εχειν
τινός, Εντριβή εϊναί τινι (bl. om saker).

Förtrolig, οϊκεϊος, 3. συνή&ης, 2.
προσφιλής, 2.: stå på f. fot m. ngn, οϊκείως εχειν 1.
άιακεϊσ9·αι πρός τινα. οϊκείως χρήσ&αί τινι. Jfr
Föreg.

Förtrolighet, οϊκειότης, ή. σννή&εια, η.

Förtrolla, (κατα)γοητεύειν. μαγγανεύειν.
φαρ-μάττειν. καταφαρμακεύειν. (κατ)επάάειν. &έλγειν,
(κατα)κηλεϊν (tjusa). — förtrollande,
&ελκτή-ριος, 2. κηλητικός, 3.

Förtrollning, γοητεία, ή. μαγγανεία, ή.
Ε-πωάή, ή. — κήλησις, ή, &έλγητρον, τό (tjusning).

Förtrupp, προπορεία, η. οι προπορευόμενοι,
τό 7ιροταχ&έν. οι προταχ&έντες. οι πρόσ&εν. τό
πρώτον τάγμα, τό ήγούμενον (μέρος) τής
στρατιάς. : bilda f., (προ)ηγεϊσ&αι.

Förtryck, κάκωσις, ή. άάικία,ή. ϋβρις, εως,
η. άεινά, τά. άνάγκη, ή. ταλαιπωρία, ή (de för
trycktes).

Förtrycka, κακούν. άΰικεϊν. κακώς ποιεϊν.
κακώς άιατι&έναι. ύβρίζειν. ύβρει χρήσ&αι.:
förtryckas m. pass. ο. κακώς 1. αεινά πάσχειν. Εν
άεινοϊς είναι, ταλαιπωρεϊσθ-αι.

Förtryckare, υβριστής, ού, ο. f. öfr. m. partt.

Förtryta, se Harma : icke låta sig f., ού
άυσχεραίνειν. ευχερώς φέρειν. ούκ άποτρέπεσ&αι.
ούκ άποκάμνειν.

Förtrytelse, -sam, Harm, -sen.

Förträfflig, άγα&ός, 3. καλός, 3. χρηότός,
3. άμεμπτος, 2. άεινός, 3. — Adv., εύ. καλώς.:
högst f., κάλλιστα, άριστα, κράτιστα. άεινώς.
ύ-περφυώς.

Förträfflighet, άρετή,ή. χρηστό της, ή.
&ει-νότης, ή.

Förtrösta, πιστεύειν τινί. πεποι&έναι τινί.
$·αρρεϊν m. acc. 1. dat. Επι&αρρεϊν τινι. Ελπίάα
εχειν εν τινι.

Förtröstan, πίστις, η. πιστόν, τό. d-άρρος,
&άρσος, τό.: sätta sin f. till ngt, se Föreg.: till
dig står vår f., Ev σοι Εσμεν. πρός σέ
άποβλέπο-μεν.: i f. på ngt, πιστεύων τινί. πίσυνός τινι.:
m. f., πεποι&ότως. &αρρούντως.: ha den f. att,
πεπεϊσ$αι, βεβαίως Ελπίζειν, ισχυρώς προσάοκάν,
d-αρρεϊν m. inf.

Förtröstansfull, θαρρών, ούσα, ούν.
θαρραλέος, 3.

Förtröttas, se Tröttna.

Förtulla, τελεΐν φόρον τινός 1. άπό τίνος.:
icke förtullad, άνυπόγραφος, 2.

Förtullning, ή του φόρου εκτιόις.

Förtunna, se Tunn.

F ö r t ν i f 1 a, άπονοεϊσ&αι. άνελπίστως εχειν.
ά-νέλπιστον εϊναι.: i. om ngt, άπελπίζειν τινός 1.
τί 1. περί τίνος, άπογιγνώσκειν τινός 1. τί.
ά&ύ-μως εχειν πρός τι.: man förtviflar om mig,
άπο-γιγνώσκομαι. — förtviflad, άπεγνωσμένος, 3.
ανέλπιστος, 2. ά&υμος, 2. άπορος, 2.: ett
förtvifladt läge, ή Εσχάτη άπορία.: ss. en f.,
άπε-γνωκότως.

Förtviflan, τό άνέλπιστον. άπόγνοια,
άπό-γνωσις, άπόνοια, ή. ά&υμία, ή.: bringa ngn i f.,
εϊς άπόνοιαν κα&ιστάναι τινά.: råka i f.,
ά&ν-μία ίγγίγνεται 1. Εμπίπτει μοι.: öfverlemna sig
åt f, πρός τό άνέλπιστον τρέπεο$αι.: vara i f.,

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0140.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free