Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - G - Giltig ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Giltig
Giltig, voμίμος, 2 (laggild, bruklig),
δόκιμος, 2 (antaglig, fullgod, t. ex. mynt), κύριος, 3
(bestående), πιστός, 3. ικανός, 3. άξιος, 3.
άξι-όχρεως, 2 (t. ex. Εγγυητής, μάρτυς).: antaga ss.
g., δέχεσθαι. άποδέχεσθαι. Ιπαινεϊν. εγκρίνειν.
Giltighet, ro δόκιμον, νόμιμον. κύρος, τό.
πίστις, εως, ή. τό πιστόν.: äga g., δόκιμον
είναι. νομίζεσθαι. κύριον είναι, πιστόν είναι.: få g.,
κυρούσθαι (om lagar, beslut).
Gips, γύψος, ή. σκίρος ο. σκίρρος, ό. λατύπη,
ή.: af g., γύψινος, 3.
Gips a, γυψούν.
Gipsbild, γύψινος άνδριάς, ό. γύψινη
εϊ-κών, ή.
Giraff, καμηλοπάρδαλις, εως, ή.
Girig, 1) snål, φιλάργυρος, φιλοχρήματος, 2
(penningesniken). φειδωλός, 3 ο. 2 (karg),
πλεο-νέκτης, ου, ό (vinningslysten). γλίσχρος, 3
(gni-daraktig).: smutsigt g., άνελεύθερος, 2.
αισχροκερδής, 2. ρυπαρός, 3. μικρολόγος, 2.: vara g.,
φιλοχρηματειν. φιλοχρημονειν. πλεονεκτεϊν.
χρημάτων πεινήν. αισχροκερδείν. μικρολογεϊσθαι. 2)
ly-sten, begärlig, γλίσχρος, 3. ορμητικός, 3.:
omåttligt g·» άπληστος, άκόρεστος, 2.: vara g. efter
ngt, γλίχεσθαί τίνος, όρμητικώς εχειν πρός τι.
Επιθυμία φέρεσθαι πρός τι. πεινήν 1. διψήν τίνος.
Girigbuk, γνίφων, ό. κίμβιξ, ικος, ό.
κυ-μινοπρίστης, ου, ό. samt masc. af adjj. under
Föreg.
Girighet, 1) snålhet, φιλαργυρία,
φιλοχρηματία, φιλοχρημοσύνη, ή. τό φιλοχρήματον.
φει-δωλία, ή. πλεονεξία, ή. γλισχρότης, ή.: smutsig
g., άνελευθερία, ή. αισχροκέρδεια, ή. ρυπαρία,ή.
ρυπαρότης, η. μικρολογία, ή. 2) lystenhet,
begär, ορμή, ή. όρεξις, ή. ερως, ωτος, ό. πεϊνα
(πείνη), ή.
G i si an, όμηρος, ό. ομηρον, τό.: vara, tjena
ss. g., όμηρεύειν.: lemna g., ομήρους
(παρα)δι-δόναι 1. παρέχεσθαι 1. άγειν.: taga ngn till g.,
ομηρον λαβείν τινα. Ιξομηρεύεσθαί τινα.: frigifva
ngn, s. varit g., άπαλλάττειν τινά τής όμηρείας.:
gm g. försäkra sig om ngns trohet, Ιξομηρεύεiv
τινά.
Gissa, εϊκάζειν. εικασία εύρίσκειν. στοχάζεσ&αί
τίνος, συμβάλλειν, -σθαί τι. τοπάζειν.
Gissare, είκαστής, ού, ό.
Gissel, μάστιξ, ιγος, ή.: en s. förtjenar g.,
μαστιγίας, ου, ό. μαστιγώσιμος, ό.: bärande g.,
μαστιγοφόρος, ό.: fig., se Plågoris.
Gissla, μαστιγούν. δέρειν. Ικδέρειν.
Gissning, εικασία, ή.
Gisten, διάβροχος, 2. ού στέγων τό ύδωρ.
Gistna, ξηρότητι διαλύεσθαι 1. ρήγνυσθαι.
διάβροχον γίγνεσθαι.
Gitta, 1) se förmå. 2) vårda sig, vilja,
άξι-ούν. άνέχεσθαι. τολμάν. Ιθέλειν.
Gjord, ιμάς, άντος, ό (rem), δεσμός, ό (band).
ζώνη, ή (gördel), εποχον, τό (sadel-, buk-g.).
Gjuta, 1) en vätska, χειν. — g. i, in, ut, se
compp. 2) smält metall i former, χωνεύειν. —
gjuten, χωνευτός, 3. χυτός, 3.
Gjutare, χωνευτής, ού, ό (i metall).
Gjut er i, χωνευτήριον, χωνειον, τό.
Gjutform, λίγδος, ό. χόανος, ο.
Gjutgods, χωνεύματα, τά.
Gjutning, 1) χύσις, ή. 2) i metall, χωνεία,
χώνευσις, ή.
- Glindra. 145
Glad, 1) intagen af glädje, χαίρων, ουσα, ον.
γεγηθώς, νια, ός. φαιδρός, 3. Ιλαρός, 3.: ytterst
g., περιχαρής, 2.: göra, vara g., se Glädja.:
man får vara g., om, άγαπητον ει. 2) väckande
glädje, χαρίεις, εσσα, εν. κεχαρισμένος, 3. ηδύς,
εϊα, ύ. άσπαστός, 3. τερπνός, 3. ίπιτερπής, 2.
καλός, 3. άγαθός, 3.
Glada, Ικτίνος, ό.
Gladiator, μονομάχος, ο. άθλητης, ού, ό.
-isk, μονομαχικός, άθλητικός, 3.
Gladlynt, εύθυμος, 2. ιλαρός, 3.
Gladlynthet, εύθυμία, ή. εύφροσύνη, ή.
ιλα-ρότης, ιλαρία, ή.
Glam, -ma, se Prat, -a.
Glans, 1) eg., αυγή, ή. λαμπρότης, ή (ss.
egenskap), λαμπηδών, όνος, ή. στιλβηδών, όνος,
-η. φέγγος, τό.: skimrande g., μαρμαρυγή, ή.:
kasta g. ifr. sig, άπολάμπειν. άπαυγάζειν.
άπο-στίλβειν. 2) fig., λαμπρότης, ή. μεγαλοπρέπεια,
ή. Ικπρέπεια, ή. μέγεθος, τό.: ärans g., ro τής
τιμής λαμπρόν.
Glansa, - ska, λαμπρύνειν. λεαίνειν (gm
glättning).
Glansig, Glans k, στιλπνός, 3. στίλβων,
ουσα, ον. λαμπρός, 3.
Glanslös, άλαμπής, 2. άμ,αυρός, 3.
Glapp, χαλαρός, 3.
Glappa, χάσκειν.
Glas, 1) ss. ämne, ύαλος, ή.: af g., υάλινος,
3. ύαλους, 3. 2) ss. dryckeskärl, ύάλινον
εκπω-μα, τό.
Glas ak tig, -artad, ύαλοειδής, υαλώδης, 2.
ύαλους, 3.
Glasarbetare, ύαλοτέχνης, ου, ό.
ύαλουρ-γός, ό.
Glasbruk, -hytta, *ύαλουργεϊον, τό.
Glasera, γανούν. -ering, γάνωσις, ή.
γάνωμα, τό.
Glasflaska, -butelj, λάγυνος υάλινος, ό.
Glasfärg, χρώμα υαλώδες, τό.
Glasfärgad, -grön, ναλόχρους, 2.
Glasfönster, ύαλίνη &υρίς, ή.
Glas ur, γάνωμα, τό.
Glatt, λείος, 3. ομαλός, 3, ομαλής, 2 (jemn).
ξεστός, ξυστός, 3 (glattad). γλίσχρος, ολισθηρός,
3 (hal), ψιλός, 3 (utan hår).: glatta ord, se
under Hal.
Glatta, λεαίνειν. ξύειν, ξειν (gm skrapning).
άποτορνεύειν (gm svarfning, äfv. fig. om tal).
ομαλίζειν (göra jemn).: glattad, ξεστός, ξυστός,
3.: glattandet, ξέσις, ή.
Glatthet, λειότης, ή. τό λεϊον. γλισχρότης,
ή, τό όλισθηρόν (slipprighet).
Gles, άραιός, 3. μανός, 3. σπάνιος, 3.: göra
g., μανούν. άραιούν.: så glest, μανοσπορειν.:
glest sådd, μανόσπορος, 2.
Gleshet, άραιότης, μανότης, σπανιότης, ή.
Glesna, άραιούσθαι. μανούσθαι. μανόν,
σπά-νιον γίγνεσθαι. Ιλαττούσθαι. ϊλάττους γίγνεσθαι.
Glida, όλισθάνειν.: g. ur handen,
ίξολισθά-νειν τής χειρός.
Glidning, όλίσθησις, ή. ολίσθημα, τό.
Glimma, -ra, στίλβειν. μαρμαίρειν. —
glimmande, στιλπνός, 3.
Glimt, άκτίς, ϊνος, ό. αυγή, ή.
Glimta (fram), Ικ-, διαλάμπειν. διαφαίνεσθαι.
Glindra, μαρμαίρειν. μαρμαρύσσειν.
19
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>