Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - K - Kallna ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Kallna·
Kallna, 1) eg., (ψυχρανθήναι). άπο-,
κατα-ψύχ εσθαι. ψυχρόν γίγνεσθαι. 2) oeg.,
άποψύχε-σθαι (bli likgiltig), άμβλνν εσθαι. άπο μαραίν εσθαι.
παρακμάζει» (om lidelser).: ifvern kallnar hos ngn,
μειούται tf προθυμία τινός. έκκάμνει τις
σπουδάζων.: låta k., άμβλννειν.
Kallsinnig, ψυχρός, 3. αμβλύς, 3. άμελής,
2. άπαθής, 2. όλίγωρος, 2.
Kallsinnighet, ψυχρότης, tf. άμβλύτης, tf.
αμέλεια, tf. απάθεια, tf. τό ψνχρόν.
Κ al mus, άκορος, tf. -rot, άκορον, τό.
Kalott, πιλίδιον, τό. κάλυμμα, τό.
Kam, 1) eg., κτείς, χτενός, ό. 2) tuppens,
foglars, λόφος, ό. χάλλαια, τά. 3) djurs, λοφία,
tf. 4) bergs, όφρύς, ύος, tf.
Kam ό, λίθος ανάγλυφος, tf.
Kamel, κάμηλος, ο’, vanl. tf.: vara s. en k.,
χαμηλίζειν.ι föda kameler, καμηλοτροφεϊν.:
liknande en k., καμηλώδης, 2.
Kameldrifvare, καμηληλάτης, ό.
καμηλί-της, ό.
Kam el hud, καμήλου δορά, tf. Likså Öfriga
smnsättningar med kamel, utom
Kamelkött, χαμήλεια, τά.
Kamelvaktare, χαμηλίτης, ό. χαμηλοχόμος,
ό. καμήλων Ιπιμελητής, ό.
Kameralvetenskap, Ιπιστήμη tf τ^
οϊχονομίαν τής πόλεως.
Kameralväsen, οικονομία tf τά
ματα τ?? πόλίω?.
Kamererare, ταμίας, ον, ο€. γραμματεύς ό
ίπί τής διοικήσεως.
Kamfodral, χτενός ελυτρον, τό.
Kamformig, κτενοειδής, κτενώδης, 2.
Kamhandlare, χτενοπώλης, ου, oc.
Kamillblomma, χαμαίμηλον, τό. άνθεμίς,
ίδος, tf.
Kamin, χάμινος, tf. βαύνος, ό.
Kamma, πεκτεϊν, πέχειν, ποχίζειν (ish. ull).
χτενίζει» (k. håret, äfv. χοσμεϊν 1. εύθετεϊν τάς
τρίχας).
Kammakare, χτένας έργαζόμένος, ό.
Kammande, kamning, κτενισμός, ό.
Kammararrest, φυλακή tf κατά τήν
δίαι-ταν.: sitta i k., φυλάττεσθαι Ιν τβ διαίτρ.
Kammardörr, θύρα, tf. θύριον, τό.
Kammare, οίκημα, τό. δωμάτιον, τό.
διαι-τητήριον, τό.
Kammarfönster, θυρίς tf κατά τό
διαιτη-τήριον.
Kammarjungfru, θεράπαινα, tf.
Kammarkamrat, σύσκηνος, όμόϋκηνος, ό.:
vara ngns k., ύυϋκηνεϊν τινι.
Kammar kontor, λογιϋτήριον, τό.
Kammarlärd, ό καθ* εαυτόν σπουδάζων
περί τά γράμματα, ό καθ’ εαυτόν μελετών τά
γράμματα.
Kammarrätt, λογιοτήριον, τό. οι λογοθέται.
Kammarskrifvare, ύπογραμματεύς ό Ιπί
τής διοικήσεως.
Kammar tjenare, θεράπων, οντος, ό.
κατα-κοιμιστής, κατευναστής, κοιτωνίτης, ό. ευνούχος, ό.
Kammarverk, ol ίπί τής κοινής διοικήσεως.
Kammussla, κτείς, κτενός, ό.
Kamp, άγων, ώνος, ό, αγωνία, tf (ish.
täf-lingsk., dock äfv. k. på slagfältet, inför rätta o.
inre m. sig sf). μάχη, tf. άμιλλα, tf (täflingsk.).
-Kant. 203
θλος, ό (om pris), πάλαισμα, τό, πάλη, tf (brottning).
πυγμή, tf (knytnäfvek.). συμπλοκή, ή
(handgemäng).: k. på lif o. död, άγών περί τής ψυχής.:
bestå en k., άγώνα άγωνιζεσθαι. εις αγώνα 1.
μάχην καταστήναι. άγώνα 1. μάχη ν ποιεϊσθαί 1.
ύπομένειν. Se f. öfr. Strid.
Kampanj, se Fälttåg.
Kampera, στρατοπεδεύεσθαι. σκηνεϊν.
αύλί-ζεσθαι.
Kamrat, εταίρος, ό. ήλικιώτης, ό, ήλιξ, κος,
ό (jemnåring). συστρατιώτης, ό (i fält),
συμφοιτητής, ο (i skolan), συνοδοιπόρος, συνέμπορος, ό
(på resa).: i allmht, ol σύν τινι. οι περί τινα. οι
συνόντες τινί.
Kamratskap, εταιρεία, tf. συσκηνία, tf (i fält).
Kana, οϊμος ό èv κρυστάλλω ολισθηρός.
Kanal, 1) vattenledning, οχετός, ό.
όχέτευ-μα, τό. αυλών, ώνος, ό (graf), διώρυξ, χος, tf.;
göra k., όχετεύειν. παροχετεύειν (afloppsk.).
διώ-ρυχα τέμνειν. 2) trång hafsfarled, πορθμός, ό.
πόρος, ό. Se Sund. 3) utväg, πόρος, ό.
Kanalbank, οδός παραποτάμιος, tf. χώμα
τό κατά τήν διώρυχα. κρηπίς tf τής διώρυχος.
Kanapé, σκίμιτους, οδος, ό. (obs. κωνωπεϊον,
τό).
Kanariegräs, φαλαρίς, ίδος, tf.
Kandelaber, λυχνούχος, ό.
Kandidat, ό μετιών 1. παραγγέλλων άρχήν
Ι.τιμήν.
Kanel, κίνναμον, κιννάμωμον, τό.: af k.,
κινναμώμινος, 3.
Kanelbark, κασία 1. κασσία, tf.
Kanelfärg, χρώμα κινναμώμου, τό.
Kanelolja, κινναμωμέλαιον, τό.
Kanelstång, κινναμώμου κάρφος, τό.
Kanhända, τυχόν, τυχόν ϊσως. ίσως. τάχα.
τάχ’ άν (m. opt.).
Kanik, κανονικός, ό (Κ. F.).
Kanin, κούνικλος, ό. λαγιδεύς, έως, ό.
Kanna, κάλπις, ιδος, tf. κάνθαρος, ό.: ss.
mått, χοεύς, ό.
Kannibal, άνθρωποφάγος, ό, tf.
Kannstöpa, ληρεΐν περί τά τής πόλεως.
Kanon, κανών, όνος, ό. -isk, κανονικός, 3.
Kanon, μηχάνημα πυροβόλον, τό 1. d. (Nygr.
κανόνιον, τό).
Kanonad, ρϊψις tf τών πυροβόλων σφαιρών.
Kanonier, αφέτης πυροβόλων, ό 1. d.
Kanonisera, εις τούς άγιους ίγγράφειν.
Kanonkula, πυροβόλος σφαίρα, tf 1. d.
Kanot, μονόξνλον (πλοϊον), τό.
Kanske, se Kanhända.
Kansler, σφραγιδοφύλαξ ό του βασιλέως (ο.
s. ν.), γραμματεύς ό του βασιλέως (ο. s. ν.),
λογοθέτης, ό (vid Byzantinska hofvet).: Akademik.,
προστάτης ό τής άκαδημείας, 1. d.
Kansli, οι γραμματείς, γραμματοφυλακεϊον,
τό.
Kanslist, γραμματεύς, έως, ό.
Kant, κράσπεδον, τό (boks, klädnings m. m.).
λώμα, ατος ο. λέγνον, τό (söm, fåll), κρηπίς, ιδος
(flodk.). όφρύς, ύος, tf (upphöjd k.), ϊτυς, υος, tf
(sköldrand), άμβων, ωνος, ο (skölds, fats upphöjda
k., äfv.: ås), στεφάνη, ή (öfversta k., t. ex. af en
mur o. d.). χείλος, τό (på öppning 1. fördjupning,
brädd). Ισχατιά, tf (yttersta k.), uttr. äfv. gm
adjj. άκρος o. έσχατος, t. ex. vid k. af bordet,
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>