- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
281

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - M - Motvillig ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

Motvillig — Muntlig.

281

ναχτώvt ούσα, ούν. άπροθύμως. άχόντως. o. adj.,
se Följ. Jfr Ovilja, Vedervilja.

Motvillig, απρόθυμος, 2. αχών, ουσα, ον.
ονκ Εθέλων, ουσα, ον.

Motvind, άνεμος άντίος 1. Ενάντιος, ό. α. ix
τον Εναντίου πνέων, άντίπνοια, ή.

Motvittne, uppträda ss. m., άντιμαρτνρείν.

Motväga, se under Motvigt.

Μ o tv än d, αντιπρόσωπος, 2. άντίπρωρος, 2.

Motvärn, άμννα, ή.: sätta sig till m.,
άμύ-νεσθαι. τρέπεσθαι πρός άλχήν. Se vidare
Motstånd.

Mucka, (άνα)γρύζειν, se Knysta.

Mndder, se Gyttja.

Muddra, πηλό v etc. Εξαιρείv 1. άποκαθαίρειν.

Muddrig, se Gyttjig.

Muff, σκέπασμα 1. περικάλνμμα χειρών, τό.

Mugg, ungef. σκύφος, ό. κώθων, ωνος, ο.

Mula, ήμίονοζ, δ.

Mulbete, se Bete.

Mulbär, μόρον, τέ.. ιχνχάμινον, τό.: lik m.,
συκαμινώδης, 2.

Mulbärsträd, μορέα, ή. σνχάμινος, ό. Sedn.
συκαμινέα, ή.: af mulbärsträ, συκαμίνινος, 3.

Mule, στόμα, τό.

Mulen, 1) eg., νεφελώδης, 2. συννεφής, 2.
ομιχλώδης, 2 (töcknig).: det blir mulet,
συννε-φεί. 2) oeg., σκυθρωπός, 3. στυγνός, 3. äfv.
συννεφής, 2 ο. συννενοφώς, υϊα, ός.

Mulenhot, σνννέφεια, ή. σκυθρωπότης,
στυ-γνότης, ή ο. gm adj.

Mull, χόνις, εως, ή. γή, ή.

Mullig, 1) eg., γεηρός, 3. χεχονιμένος, 3.
2) oeg., εν-, πολύσαρκος, 2.

Mullhög, -klimp, se Jord-.

Mullra, ψοφεΐν. ήρέμα βροντάν.

Mullrande, ψόφος, ό.

Mullvad, σπάλαξ, άσπάλαξ, κος, δ. σκάλοψ,
πος, δ.

Mullvadshög, χώμα τό υπό σκάλοπος
κεχω-σμένον.

Mulna, 1) eg., συννεφή γίγνεσθαι, νεφέλαις
καλύπτεσθαι.: det mulnar, συννεφεί (sc. Ζευς).
2) oeg., σκυθρωπόν, στυγνόν γίγνεσθαι,
σκυθρω-πάσαι.

Multiplicera, πολλαπλασιάζειν (t. ex. m. 4,
τρ τετράδι). -kation, πολλαπλασιασμός, ό.

Multna, σήπεσθαι, άπο-, κατασήπεσθαι (είς
χονίαν). — multnad, σαπρός, 3. χατασεσηπώς,
νΐα, ός.

Mulåsna, όρεύς, έως, ό (m. häst till far o.
åsna till mor), ήμίονος, δ (tvärtom, = mula;
dock förväxlas ofta båda orden).: hörande till m.,
όρικός, 3, ήμιόνειος, ήμιονικός, 3 (t. ex.
ζεύγος).: träck af m., ήμιονίς, ίδος, ή.

Mulåsnedrifvare, δρεωκόμος, δ.
ήμιονη-γός, ό.

Mumie, σχελετόν (σώμα), τό. σκελετός, ο.
σώμα ταριχευτό ν 1. τεταριχευμένον, τό.

Mumla, τονθορύζειν. μύζειν (med sluten mun).
γογγύζειν (af ovilja), θορυβείν (göra oljud),
βρά-ζειν (om björnar).

Mummel, μυγμός, 6. γογγυσμός, δ.
γόγ-γυσις, ή. θόρυβος, ό. θρονς, ο.

Mumsa, μασάσθαι.

Mun, στόμα, τό.; m. liten, stor m.,
σύστο-μος, μεγαλόστομος, 2.: öppna m., διαίρειν 1.

άνοίγειν τό στόμα. fig., ρήζαι φωνήν.: icke ens
öppna m., μηδέ φθέγγεσθαι. μηδέ γρυζειν.: sluta
m., συγκλείειν τό στόμα.: hålla igenjn., μυάν
(hårdt).: hålla m., σιγή ν άγειν. σιωπάν.: föra i
m., άνά στόμα 1. διά στόματος εχειν.: vara i
folks m., διά στόματος είναι, θρνλεϊσθαι.
πολυ-θρύλητον είναι.: bringa ngn i allas m.,
διαβάλ-λειν τινά πρός τούς πολλούς.: hd s. kommer hm
i m., o τι άν ελθη αύτώ Μ στόμα.: stoppa m.
till på ngn, ίμφράττειν to στόμα τινός 1. τινί.
ίπιβύειν το στόμα τινι. ίπιστομίζειν τινά.: taga
m. full, στομφάζειν. κομπάζειν.: lägga ngn ngt
i m., ύποτίθεσθαι 1. ύποβάλλειν τινί τι.
άναθεϊ-ναί τινί τι (anföra ss. yttradt af ngn).: stryka
ngn om m. med ngt, πρ<ς ήδονήν 1. χάριν λέγειν
τινί τι. χαριτογλωττεϊν.: taga bladet fr. m.,
μηδέν ύποστειλάμενον λέγειν.: taga ordet ur m. på
ngn, ύφαρπάζειν τον έπίλοιπον λόγον τινί,
ύπο-λαβείν τινα (afbryta ngn), φθάσαι λέγοντα ά τις
μέλλει ίρεϊν.: det går fr. m. till m., διαδίδοται
1. διαχωρεϊ διά πάντων.: tala bredvid m., μή
κα-τέχειν τήν γλώτταν 1. μή κρατείν τής γλώττης.
φλυαρεϊν. μάταια, άπρονοήτως λέγειν.: ha ngt af
ngns m., αύτού τίνος (λέγοντος) άκούσαί τι.:
bruka m. emot ngn, λοιδορεΐν, κακολογείν τινα.

Munart, φωνή, ή. γλώττα, ή. διάλεκτος, ή.

Mundering, σκευή, ή. στολή, ή.
ίσθήμα-τα, τά.

Mun fi sk, πληγή ή κατά τό στόμα,
κόνδυλος, ό.

Munförråd, σίτος, δ. σιτηρέσιον, τό.

Mungipa, χαλινοί, οι.

Munhuggas, Ερίζειν. φιλονεικειν. λοιδορεΐν,
-σθαι.

Municipalstad, πόλις ϊσοπολίτις, ή.:
medborgare i en m., ϊσοπολίτης, ου, δ.

Munition, παρασκευή, ή. βέλη, ών, τά. Jfr
Krigsförråd.

Munk, μοναχός, δ. μοναστής, ου, ό (Κ. F.).

Munk af le, πάτταλος, δ.: sätta m. på ngn,
Εμβάλλειν πάτταλον είς τό στόμα τινί.

Munkkloster, τό τών μοναχών μοναστήριον.

Μ un k lif, μονασμός, ό. μοναχική δίαιτα, ή.

Munkorg, κημός, φιμός, ό.:förse m. m., κημονν.

Munkväsen, τά μοναχικά, τά περί τούς
μοναχούς.

Mun lag, στόμιον, τό. ψάλιον, τό.

Mun lim, ϊχθνόκολλα, ή.

Munlås, sätta m. på ngn, Επιστομίζειν τινά.
Εμφράττειν τό στόμα τινί.

Mun läder, ha godt m., πολυλόγον 1.
στωμύ-λον είναι, δεινότατον είναι λαλείν. μή άπορείν
λόγων.

Munröta, se Skjörbjugg.

Munsbit, se Bit.

Munskolla, Εξανθήματα τά iv τω στόματι.
στομακάκη, ή.

Munskänk, οινοχόος, δ.: varam., οϊνοχοείν.

Munstycke, προστομίς, ίδος, ή. γλωττίς,
ίδος, ή. σύριγξ, γγος, ή (eg. på flöjten).: på
betsel, se Mun lag.

Munter, εύθυμος, 2. Ιλαρός, 3. φαιδρός, 3.,
vara m., εύθύμως εχειν. εύφραίνεσθαι.

Munterhet, εύθνμία, ή. ιλαρό της, ή.
φαι-δρότης, ή. ευφρωσύνη, ή.

Muntlig, -gen, gm διά τον στόματος, άπο
στόματος, άπό γλώττης. λόγω χρησάμενος, 3.

36

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0285.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free