Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - O - Omvårdnad ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
318
Omvårdnad — On&d.
Omvårdnad, se Vård.
Omväg, περίοδος, ή. μαχροτέρα οδός, ή.
I-λιγμός, δ.: göra en o., περιιέναι. κύκλω
πορεύ-εσθαι. ού rjj συντομωτάτρ χρήσθαί.: göra många
o:ar, πολλούς ελιγμούς πλανάσθαι. πολλά
περιπλα-νάσθαι.: på o:ar, περιωδευμένως. Jfr Krok.
Omvälja, αύθις, πάλιν αιρεϊσθαι.
Ο m ν ä It r a, περικυλίνδειν. π εριστρεφειν. Jfr
Kullkasta.
Omvända, μετα-, περιτρέπειν. μετά-,
έπι-στρέφειν. b) till sinnelag, έπιστρέγειν. χάμπτειν.
παρα-, μεταπείθειν. άποτρέπειν τής χαχίας 1.
πονηρίας: ο. sig, άλλοιούσθαι 1. μεταλλάττειν τήν
γνώμην άλλον γίγνεσθαι μετανοεϊν.
μεταγιγνώ-σκειν. γνωσιμαχεϊν. μεταβάλλειν 1. μεταλλάττειν
τους τρόπους.
Omvändelse, 1) tr., ή άπό τής χαχίας
άπο-τροπή. 2) intr., μετάνοια, J7. Vanl. gm vv.
Ömvändning, ανατροπή, ι;, έπι-,
μεταστροφή* ί-
Ο m vändt, se Tvärtom.
Omyndig, oifr εαυτού χύριος, 3. oitf εαυτού,
άνηβος, 2. παϊς έτι ών. νέος ών τήν ήλικίαν.
Omyndighet, άνηβος ήλιχία, ij.
Ο myntad, άσημος, 2.
Omålad, «^ραχιτο?, άχρωμάτιστος, 2.
Ο måttlig, a) utan mått, öfverdrifvet stor,
άμετρος, 2. ι;7Γ£βάλλων, ουσα, ον. δεινός, 3.
b) utan måtta, ακρατής, 2, i ngt, twoc.
άκόλ«-στ ος, 2, πίρί τ*. ασελγής, 2 (utsväfvande).: vara
ο., άκρατεύεσθαι. άκολασταίνειν, άκολάστως εχειν.
άσελγαίνειν.
Omåttlighet, a) άμετρία, ύπε ρ βολή, ή. b)
άκράτεια ο. άκρασία, ή. άκολασία,
Omängd, se Oblandad.
Omändra, μεταβάλλειν, μεταλλάττειν,
άλ-λοιούν (i allmht förändra), μεταποιείν (omarbeta).
μετατιθέναι, μεθιστάναι (eg. läge, ställning),
με-τασχευάζειν, μεθαρμόζειν (inre inrättning).
Omändring, μεταβολή, ή. μετάλλαξις,
μεταλλαγή, ή. άλλοίωσις, >}. μετάθεσις, μετάστασις, ή.
Omärkbar, -lig, άφανής, 2. «cfyAor, 2.
ά-σημος, 2. δύσγνωστος, 2. άρρ«π>7$. — ,
κατά μικρόν. κ«τό βραχύ. Ofta gm λαν^άν^ν m.
|?ari. t. éx. de närma sig o., λανθάνουσι
προσι-όντες.
Omärkt, άσημος, άσημείωτος, 2.à
άνεπισή-μαντος, 2.
Omätlig, άμετρος, άμέτρητος, 2. άπειρος, 2.
απέραντος, 2. άπλετος, 2. άνάριθμος,
αναρίθμητος, 2 (otalig)..: omätligt hög, djup, lång, stor,
απ**ρο?, άμήχανος τό ύφος, τό βάθος, τό
μ?-κο?, τό μέγεθος.
Omätlighet, τό άπειρον, άμετρον.
Ο mätt, άμέτρητος, 2.
Omättad, ού κεκορεσμένος, 3. οι?κ
έμπεπλη-σμένος, 3.
Omättlig, «κόρίστο?, 2. άπληστος, 2, på ngt,
τινός.: vara ο. på ngt, άπλ^σ^ω^ wof 1.
πρός w.: vara så o. att, éfr toøto
«7ΐλϊ7-ίλ&εϊν ώστε.
Omättlighet, άπληστία, ή, på ngt, 7«ό’£.
Omöjlig, «tft/varoc, 2 (m. o. utan γενέσθαι),
άμήχανος, 2.: det är o:t, άδύνατον (έστι). ούκ
εστι. ούκ εσθ’, δπως. ούχ οίόν τε. ουκ ένδέχεται.
ουδεμία μηχανή (έστι).: det är mig o:t att göra
ngt, αδύνατος, άμήχανος, ούχ οίος τέ fi μι, ον
δύναμαι ποιεϊν τι.: sträfva efter det o:a,
αδυνάτους πράγμασιν έπιχειρεϊν, έπιθέσθαι.
Omöjligen, ουδαμώς, μηδαμώς. Vanl. gm
omskr., se Föreg.
Omöjlighet, τό άδύνατον. άμ ηχανία, ή.:
det är en ο., se Omöjlig.
Onaturlig, a) eg., ό, ή, το παρά φύσιν. ού
κατά τήν φύσιν. ύπεργυής, 2 (af en beskaffenhet,
s. öfverskrider d. naturliga måttet), αλλόκοτος, 2,
άτοπος, 2 (sällsam, besynnerlig).: på ett o. sätt,
παρά τήν φύσιν. παρά τό εικός, άλλοκότως.: o:t
stor, liten, μείζων, μείων ή κατά φύσιν. b)
konstlad, tvungen, προσποίητος, 2. περίεργος, 2.
άλογος, 2. άτοπος, 2. c) se Ο mensklig.
Onaturlighet, τό παρά φύσιν γιγνόμενον.
τό νπερφνές.
Ond, 1) vred, argsint, οργιζόμένος, 3.
χαλεπός, 3. άγριος, 3.: göra ο., έξαγριαίνειν.
έρε-θίζειν.: vara ο. på ngn, χαλεπαίνειν, δργίζεσθαι,
άχθεσθαι τινι. 2) i allmht, κακός, 3. πονηρός,
3. μοχθηρός, 3. κακούργος, κακοποιός, άδικος,
2 (s. gör ondt, handlar orättrådigt), φαύλος, 3
(dålig, föraktlig), χαλεπός, 3 (svår), δυσχερής,
αηδής, 2 (vidrig). Stundom gm smnsättning m.
δυς- 1. κακός. t. ex. o. lukt, δυσωδία, ή.: s. har
sdn, δυσώδης, 2.: o. ande, κακοδαίμων, o.: vara
besatt af en sdn, κακοδαιμονάν.: o. andedrägt,
δυσώδες πνεύμα.: göra ondt, κ«κ« ποιεϊν.
άδι-κεϊν. βλάπτειν (skada).: tillfoga ngn ondt, κακά
1. κακώς ποιεϊν τινα. κακοποιεϊν τινα. βλάπτειν,
άδικεϊν τινα.: ha ondt i sinnet mot ngn, κακά
μηχανάσθαι, κακώς βουλεύειν, κακά έπινοεϊν
τινι.: ha ondt rykte, κακώς άκούειν. κακόδοξον
είναι. κακοδοξεϊν.: ha ondt (i phys. men.), άηδώς
εχειν. κακώς εχειν.: ha ondt af ngt, άσην 1.
άη-δίαν παρέχει μοί τι. βλάπτεσθαι, κακώς πάσχειν
τινί 1. υπό τίνος.: ha ondt i ögonen, fötterna,
άλ-γεϊν (erfara smärta), νοσεϊν (vara sjuk) τούς
οφθαλμούς, τούς πόδας.: ngt gör mig ondt,
λυπούμαι τινι. άλγώ, άχθομαί τινι 1. m. part. βα
ρέως φέρω τι. μεταμέλει μοί τι 1. τινός 1. m. part.
(jag ångrar).: det gör mig ondt om dig,
(κατ)-έλεώ σε. οίκτείρω σε. συμπάσχω σοι.: det är ondt
om, efter, se Brist. Jfr Illa.
Ondgöras, χαλεπώς φέρειν. άγανακτείν.
θυ-μούσθαι.
Ondsint, se Arg 3).
Ondska, 1) vrede, οργή, ή. θυμός, o.: i ο.,
δργισθείς. χαλεπαίνων. 2) i allmht, κακό της,
κακία, ή. κακοήθεια, ή. κακοτεχνία, ή.
κακουρ-γία, ή. πονηρία, ή. μοχθηρία, ή.
Ondskefull, se Ond.
Oneklig, se Obestridlig.
Onsdag, ή τετάρτη τής εβδομάδος, ή τού
Έρμου ήμέρα.
Onytta, ζημία, ή. βλάβη, ή. ο. gm adj.
Onyttig, άχρηστος, αχρείος, 2 (obrukbar).
άνωφελής, αλυσιτελής, άνόνητος, ασύμφορος, 2
(s. ej bereder ngn fördel), ούδενός άξιος, 3,
φαύλος, 3 (värdelös), μάταιος, κενός, εϊκαϊος, 3 (utan
påföljd 1. mål).: bedrifva o:a ting,
περιεργάζε-σθαι.: o. beskäftighet, περιεργία, ή.: o. prat,
φλυαρία, ή λήρος, δ. — Adv., μάτην, εϊκfj.
Onyx, δνυξ, υχος, ό.: gjord af ο., δ
νύχι-νος, 3.
Onåd, δυσαρέστησις, ή. δυσμένεια, δύσνοια,
ή.: falla i ο. hos ngn, έκπίπτειν τής φιλίας 1.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>