Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - R - Rostig ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
360 Rostig-
Rostig, ιώδης, 2.
Röstning, φρνγμός, ό. όπτησις, tf..·
instrument f. r., φώγανον, τό. φρύγετρον, τό.
φρυ-γεύς, ό.
Rot, ρίζα, tf- dem., ριζίον, τό.: handens,
καρπός, ό.: af qvadrat 1. kubiktal, πλευρά, tf.
πυ-θμήν, ένος, ό.: till ett ord, πρωτότυποι, τό : =
uppskof, orsak, αρχή, tf. αιτία, tf 1. gm αίτιος,
3. — m. r., πρόρριζος, αύτόρριζος, 2.: m. hela
r:n, 2.: utan r., άρριζοζ, 2.: fr. r.,
ριζόθεν.: gjord af r., ριζίας, ό (t. ex. οπός).:
hörande till r., ριζικός, 3.: slå, drifva r., ριζοΰσθαι.
ριζοβολεϊν. ριζοφνεϊν.: s. slår r., ριζοβόλος, 2.
ρι-ζοφνής, 2.: samla, skära r:r, ριζολογεϊν.
ριζοτο-μεϊν.: uppgräfva r:r, ριζωρνχεϊν.: äta r:r,
ριζοφα-γεϊν. s. äter, ριζοφάγος, o.
Rota, se Böka.: r sig in, se Inrota.: r.
ut, se Utrota.: r. sig ihop, tillsamman, se
Samman r o t a.
Rotartad, ριζώδης, 2.
Rotation, περιστροφή, tf. -era,
περιστρέ-φεσθαι.
Rote, a) milit., στίχος, ό. λόχος, o.: indela
i r:r, καταλοχίζειν. σνλλοχίζειν.: indelningen,
συλ-λοχισμός, ό. b) i indelningsverket, συντέλεια, tf.
Ουμμορία, tf.
Rotehållare, στρατιώτην τρέφων, ό.
Rotfast, κατ άρριζος, 2. Κκατ)ερριζω μένος, 3.
Rotfrukt, βολβός, ό.
Rotfästa, (καταρτίζουν.: τ. sig, gm pass.
Rotfäste, ρίζα, tf.
Rothugga, ριζοτομεϊν. Εκριζούν. αύτόρριζον
τέμνειν.
Rotskott, παραφυάς, άδος, tf.
Rottal, se Rot.
Ro t vis, κατά λόχους.
Rotvälska, βάρβαρος 1. αδιάκριτος φωνή 1.
γλώττα, tf.
Rubb ο. stubb, πρόρριζος, 2. άρδην, παντελώς,
πάς. 3.
Rubba, κινεϊν. μετακινείν. παρακινεϊν (äfv.
till förståndet).
Rubbning, μετακίνησις, παρακίνησις, tf.
Rubin, λυχνίτης, ον, ό.
Rubricera, Επιγράφειν. — καλεϊν. ονομάζειν.
Rubrik, Επιγραφή, tf. — όνομα, τό. Jfr
Afdelning.
Rucka, κινεϊν.
Ruckla, άσωτεύεσθαι. άσελγαίνειν. άοελγεϊν.
άκολασταίνειν.
Rucklande, άσωτία, tf. άσέλγεια, tf.
άκολα-σία, tf.
Rucklare, άσωτος, ασελγής, άκόλαστος (2)
άνήρ, ό.
Ruda, κορακϊνος, ό. πλάταξ, κος, ό.
Ruelse, se Ånger.
Ruff, se Kraft, Raskhet.
Rufva, Επωάζειν. νεοττεύειν.: τ. på en tanke,
μελετάν τι. λογίζεσθαί τι πρός αυτόν.
Rugg, τρίχωμα, τό. τρίχες, αϊ. τό τραχύ.
Rugga, πεκτεϊν. ποκίζειν.
Ruggig, τραχύς, 3. λάσιος, 3.
Ruin, 1) förstörelse, φθορά, διαφθορά, tf,
όλεθρος, ό (både om pers. ο. sak), άνατροπή,
κα-θαίρεσις, tf (bl. om sak). 2) lemning, Ερείπιον,
λείψανον, τό (ish. pl.).
R uinera, (&ια)φθείρειν. άπολλύναι. άνατρέπειν.
-Rusa.
άναιρεϊν. καθαιρείν. i i ekonom, afs., εΐς Εσχάτην
πενίαν καθιστάναι.
Rulla, 1) tr., a) vältra, κυλίνδειν. b) i rnlle,
ελίττειν.: ngt kring ngt, περιελίττειν τί τινι.
πε-ριειλεϊν τι περί τι. 2) intr., κυλίνάεσθαι.
περι-φέρεσθαι.: m. dån, ψοφεϊν. κροτεϊν. φέρεσθαι
μετά ψόφου.: tårarne γ. öfver kinderna, τά
δάκρυα λείβεται κατά τών παρειών.: r:nde ögon,
πε-φερεϊς οφθαλμοί.: åskan r.r, tf βροντή παταγεϊ.
Rulla, κατάλογος, ό.
Rullande, κύλισις, tf. περιφορά, tf..* m. dån,
φόφος, ό. κρότος, ό. βρόμος, ό.
Rulle, κύλινδρος, ό. σκυτάλη, ή.: = ngt
hoprulladt, Ενείλημα, τό.
Rum, χώρος, ό. χώρα, tf. τόπος, ό.: stort γ.,
ευρυχωρία, tf.: litet, trångt r., στενοχώρια, tf.:
tomt r., κενός τόπος, ό. τό κενόν.: τ. mel. ngt,
se Mellanrum.: intaga ett r., χώραν πληρούν.:
intaga ett stort r., Επί πολύ είναι 1. Εκιείνεσθαι.:
ha r. f. ngt, χωρεϊν τι. ϊκανόν είναι τινι.: ge,
lemna r. f. ngn, χωρεϊν, παραχωρεϊν, ύπείκειν
τινί. i. ngt, χώραν διδόναι τινί. Ενδιδόναι τινί.
Ενδέχεσθαί τι. προσίεσθαι τι. jfr Medgifva,
Tillåta.: äga r., είναι, γίγνεσθαι, ύπάρχειν.
2) boningsrum, οίκημα, τό. δωμάτιον, τό. οίκος,
ό. στέγη, tf. διαιτητήριον, τό. θάλαμος, ό
(sängkammare).
Rumla, άσελγαίνειν. άσωτενεοθαι.
κωθωνίζε-σθαι. κωμάζειν.
R u m 1 a r e, άσελγής, άσωτος άνθρωπος, ό.
κω-θωνιστής, ό. οίνόφλνξ, γος, ό. κωμαστής, ό.
Rummel, άσέλγεια, tf. κωθωνισμός, ό.
σνμ-πόσιον, τό. κώμος, ό.
Rum or, se Larm.
Rump(a), se Säte, Svans, Stjert.
Runa, se Bokstaf.: pl. μαγικά γράμματα,
τά.
Rund, στρογγύλος (äfv. om kroppsdelar o. om
stil), γογγνλος, 3, κνκλοτερής, εγκνκλος,
Εγκύκλιος, περιφερής, 2 (krets-, cirkelr.).
σφαιροει-δής, 2, σφαιρικός, 3 (klotr.).: göra r., se
Runda. : r. sten. τρόχμαλος (λίθος), o (af vattnet
rundad), όλοίτροχος λίθος, ό.: r:t tal, räkning,
άριθμός, λογισμός ουκ ακριβής.: ge r. löften,
μεγάλα ύπισχνεϊσθαι 1. Επαγγέλλεσθαι.
Rund, 1) eg., κύκλος, ό. γνρος ό.: i r., (Εν)
κύκλω, εις κύκλον. 2) milit., περιοδεία, tf. se
Patrull.
Runda, στρογγύλειν. γογγύλειν. στρογγυλίζειν.
γογγυλίζειν. κύκλο τερή ποιεϊν. τορνεύειν.
Rundaktig, στρογγυλοειδής, 2.
Rundel, se Rund.
Rundhet, στρογγυλό της, tf. περιφέρεια, tf.
Rundlig, se Riklig.
Rundning, περιφέρεια, tf. τορνεία, tf. —
κύκλος, o.
Runka, se Skaka.
Rus, κραιπάλη, tf. μέθη, μέθυσις, tf.: ett
starkt r., μέθη βαθεϊα.: i r., διά μέθης, μεθύων,
ουσα, ον,: få ett r., μεθύσκεσθαι.: ha ett r.,
κραιπαλάν. μεθύειν.: s. har ett lätt r.,
άκροθώ-ραξ, ακος.: sofva r.t af sig, άποκραιπαλάν. Εκ
μέθης άνανήφειν.
Rusa, se Berusa.
Rusa, όρμάν. δρόμω φέρεσθαι. τρέχειν. θεϊν.:
τ. på, Επιφέρεσθαι. Εφορμάν, -σθαι.: τ. åstad,
άφορμάν. Se compp.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>