Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - S - Sätta ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
436
Sätta —Sönderbryta.
παντός τρόπον, πάντως.: på inget β., ού-,
μηάα-μώς.: på hkt s.? τινι τρόπω; τίνα τρόπον: på
bästa möjliga s.; ώς οΐόν τε άριστα, κάλλιστα,
μάλιστα.: enl. ngns s., τρόπον 1. άίκην τινός,
χατά m. acc. 2) vana, sed, manér, ε&ος, τό.
νόμος, ο. τρόποι, οϊ (sätt att vara, uppföra sig),
jfr Charakter 3) a).: det är deras s., iv εβ·ει
ίοτίν αντοϊς. νόμιμόν Ιστιν αύτοϊς. ώάέ πως
νο-μίζονσι. φιλούσί πως.: enl. ngns s., τρόπον τινός.
Sätta, 1) s. i väg, se Löpa, Springa.: s.
öfver en flod, όιαβαίνειν ποταμόν.: en graf, ύπερ-,
όιαπηάάν τάφρον.: en mur, ύπερπηόάν,
ύπερ-βάλλεσ&α τείχος. 2) föranleda 1. komma (ngn)
att sitta, κα&ίζειν.: s. ngn på ngt, Ιπιχα&ίζειν
τινά Ιπί τι.: s. ngn på hästen, άναβιβάζειν τινά
Ini τον ϊππον.: s. upp på thronen, Ινιόρύειν
$·ρό-νω, χα&ίζειν εϊς θρόνον (eg.), κα&ιστάναι εϊς τήν
άρχήν (oeg.).: s. sig, κα&ίζεσ&αι. κα&έζεσ&αι.
χα-d-ίζειν.: s. sig bredvid ngn, παρακα&ίζεσ&αι,
-έζε-σ&αί τινι.: låta ngn s. sig, καθ·ίζειν τινά 1.
bättre : χα&έζεσ&αι χελεύειν τινά.: s. sig ned (= slå
sig ned) på ett ställe, χατοιχεϊν, ϊάρύεσ$αι εις
τόπον (äfv. om krigshärar), χα&ήο&αι. τί&εσ&αι
τά όπλα (om härar).: s. sig, = sjunka ned,
νπο-χωρεϊν εις τό χάτω, ύποστήναι (om vätskor), dt/w·
ζάνειν, κα&ίζεο&αι, ϊζημα λαβείν (om boningar
ο. d.). 3) placera, (χατα)τι&έναι. (καθιστάναι.
i-άρνειν. εάράζειν (ge fast läge), φυτεύειν
(plantera; äfv. Ιμβάλλειν εις τήν γήν).; s. på sin plats,
όιατι&έναι. άιευ&ετεϊν. άιατάττειν.: s. af m., se
Förslösa.: s. i musik, fängelse, förundran,
förlägenhet, försvarstillstånd, o. d., se subst.: s. ngt
i hufvudet på ngn, ίμβάλλειν, Ιμποιεϊν εϊς τήν
ψυχή ν. έμποιεϊν τρ γνώμρ. ίφιστάναι τινά τρ
γνώμρ. på sig, παριέναι τι εις τήν ψυχήν. εϊς
νουν ϊμβάλλεσ&αί τι. ισχυρώς εχειν τι iv τ»}
γνώ-μρ. ισχυρώς νομίζειν τι.: s. ofvanpå, τι&έναι
ύπερ, ύπερτι&έναι τινός, έφιστάναι ίπί τινι.: s.
ngn (att befalla) öfver ngn, ίφιστάναι τινά τινι.
τάττειν τινά Ιπί τινι.: vara satt öfver ngt,
έφε-στηκέναι τινί. έπιστατεϊν τίνος 1. τινί. άρχειν
τινός. προστατεϊν τίνος.: s. ngn (i värde l.
anseende) öfver ngn, προχρίνειν τινά τίνος.: s. under,
ύποτι&έναι τινί.: s. in ngn ibland några,
τι&έ-ναι τινά τίνων 1. εν τισι.: s. framför, προτιθ·έναι
τινός.: s. gent emot, άντίον καθιστάναι τινός.:
s. i ngt tillstånd 1. fhde, καθιστάναι.
(άια)τιβ·έ-ναι. ποιεϊν. 4) utsätta, bestämma, se
Fastställa.: s. till domare, χριτήν καθιστάναι.: s.
ut (straff), έπιτιθέναι (pass. προκεϊσθαι,
έπικεϊ-σθαι).: s. ut en dag till ngt, ήμέραν τάττειν,
όριζειν τινός.
Sättande, θέσις, ή. ϊάρυσις, ή. φντενσις, ή
(planterande).
Sättqvist, se Aflägg.
Söckendag, Εργάσιμος ήμερα, ή.
Söder, μεσημβρία, ή. νότος, ο\ τά νότια.:
mot s., ηρός μεσημβρίαν.
Södra, se Sydlig.
Söfvande, χοίμισις, ή. κοιμισμός, ό.
Sofva, (χατα)βανχαλάν (lalia till sömns),
χαρούν (äfv. döfva). (χατα)χοιμίζειν (eg. o. oeg.).
_Söka, 1) eftersöka, (άνα)ζητεϊν. {άν-,
Ιξ)ερεν-νάν. (ίξ)ιχνεύειν. μαστεύειν. 2) eftersträfva,
ζη-νεϊν. μετιέναι. άιώκειν. θηράν,θηρεύειν. Ιηιθυμεϊν,
ορέγεσθαί τίνος, σπουιΐάζειν περί τίνος, μνηστεύειν
τι.: s. hjelp hos ngn, προς-, ίπιχαλεϊσθαι, πςος-
τρέπεσθαί τινα.: s. ngns fördel, πράττειν,
σχο-πεϊν τό συμφέρον τινί. — s. att, ζητεϊν.
προ-θυμεϊσθαι. σπεύδειν. ίπιχειρεϊν. πειράσθαι.
μη-χανάσθαι.
Sökande, ζήτησις, ή. ερευνά, ή. ϊχνεία,
ϊχνευ-σις, ιχνηλασία, ή (spårande).
Sökare, ζητητής, έρεννητής, ϊχνευτής, ού, ό.
Söla, Nedsmutsa, Slaska, Dröja.
Söl ak t ig, όχνηρός, 3. βραάύς, εϊα, ύ.
βρα-άύνων, ουσα, ον.
Sölaktighet, όχνηρία, ή. οχνος, ό.
Sölja, περόνιον, τό.
Söm, 1) hopfogning m. nål ο. tråd, συμβολή,
ή. ραφή, ή (äfv. på hufvudskålen), jfr Fogning
2). 2) sömnad, ράμμα, τό. 3) hästskos., ηλος
σιδηρούς, ό.
S ö m m a, se Sy.
Sömmerska, άχέστρια, ή.
Sömn, ύπνος, ό.: djup s., βαθύς ύπνος,
χάρος, ό.: i djup s., χάθυπνος, 2.: falla i s.,
ύπνου λαχεϊν, τυχεϊν (få s.). καταφέρεσθαι,
χατα-σπάσθαι εις ϋπνον. ύπνος λαμβάνει, αϊρεϊ, εχει
τινά·: streta emot s:en, άνθίστασθαι πρός νπνον.
ύπνομαχεϊν.: väcka ur s:en, έξεγείρειν έξ ύπνου
1. καθεύάοντα.: förjaga s:n, άπωθεϊσθαι,
άφαιρεϊ-σθαι τον ύπνον.: i s:n, καθ* νπνον. iv ύπνω.
καθεύΰων, ουσα.: s. m. öppna ögon (ss. sjukdom),
χατοχή, ή. χάτοχος, ή.
Sömnad, se Söm 2).
Sömnaktig, oeg., νωθής, 2. βλάξ, αχός, ό.
βλαχιχός, 3. όχνηρός, 3. βραάύς, εϊα, ν. Jfr
Sömnig.
Sömnaktighet, νώθεια, ή. βραάυτής, ή. Jfr
Sömnighet.
Sömndryck, ναρχωτιχόν 1. ύπνωτιχόν
φάρ-μαχον, τό.
Sömngifvande, ύπνοποιός, 2.
Sömngångare, νυχτιπόλος, ό. σεληνιακός, ό.
Sömnig, ύπνώάης, 2. νπνηλός, 3. ύπνου
ίπι-d-υμών, ούσα, ούν.: vara s., ύπνώττειν. Jfr
Sömnaktig.
Sömnighet, νπνωάία, ή (äfv. oeg.). Jfr
Sömn-aktighet.
Sömnlös, άϋπνος, 2 (ofrivilligt), άγρνπνος,
2 (afsigtligt).: tillbringa en s. natt, άγρνπνεϊν
τήν νύχτα.: sätta till s:a nätter m. 1. på ngt,
I-παγρνπνεϊν τινι.: s. natt, άϋπνος νύξ, ή.
Sömnlöshet, άϋπνία, ή. αγρυπνία, ή.
Sömnsjuk, λή&αργος, 2. ληθαργικός,3.
νν-στάλος, 2 (Sedn.).
Sömnsjuka, λή&αργος, ό, -για, ή. κώμα, τό.
Söndag, ή πρώτη τής εβάομάάος. χυριαχή, ή.
Sönder, c†ίχα.: skäras., άίχα τέμνειν.: oftast
uttr. det gm smnsättning m. dia- o. κατα-, t. ex.
slita s. 1. sönderslita, άιαρρηγνύναι o.
καταρρη-γνϋναι.: gå s., {άιαρ)ρήγνυσ&αι, σχίζεσθ·αι.
κατa-τρίβεσ&αι (ish. om kläder).: vara s., se Söndrig.
Sönderbita, καταάάκνειν. βρύκειν.
Sönderblåsa, 1 )tr., άιαφυσάν. όιαπνεϊν.
έπι-πνέοντα όιασκεάαννύναι. 2) intr., άιαφυσάσ&αι.
άιαπνεϊσ&αι.
Sönderborra, όιατετραίνειν. όιατρυπάν.
Sönderbraka, μετά ψόφου καταρρήγνυσ&αι.
Sönderbrista, κατακλάσ&αι. κατάγνυσ&αι.
Sönderbryta, έκ-, κατακλάν. καταγνύναι.
{κατα)&ραύειν. (άια)$ρύπτειν. {άιαρ-,
χαταρ)ρη-γνύναι.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>