- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
463

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - T - Träffning ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

Träffning — Tubba.

463

t., άστοχος, 2. άτοπος, 2. άκαιρος, 2·: det t. i
ngt, ή ευστοχία τινός.

Träffning, συμβολή, η. αψιμαχία, ή. Se
D rabbning.

Trägen, λιπαρής, 2 (enträgen), σπουδαίος, 3,
πρόθυμος, 2 (ifrig). Ιπιμελής, 2 (omsorgsfull).
φιλόπονος, 2 (arbetsam), συνεχής, 2, άΛάλίίΤΓΓοί,
2, μόνιμος, 3 (ihållande), πυκνός, 3 (tät). Jfr
Enträgen.

Trägenhet, λιπαρία, ή. σπουδή, προθυμία,
ι;. Επιμέλεια, ή. φιλοπονία, ή. ovp^eta, »J.
πν-κνότης, jf. ο. gm αφ.

Trähandlare, ξυλοπώλης, ου, ό.

Träig, se Träaktig.

Träl, -a, -aktig, -dom, m. fl., se Slaf,
-va, -visk, -veri, m. fl.

Träldomsok, se Ok b).

Trälsam, se Arbetsam, Mödosam.

Trämask, τερηδών, όνος, ή. θρίψ, πός, ό.

Tränga, 1) tr., πιέζειν, θλίβειν (klämma).
ώθεϊν (stöta, knuffa), κατεπείγειν τινά, Ιπι-,
Ιγ-κεϊσθαί τινι (ansätta).: t. hit ο. dit, ώστίζειν.:
trängas, ώθεϊσθαι. ώθίζεσθαι. ώστίζεσθαι. 2)
intr., äfv. refl., (βία 1. βιασάμενον) Ϊλθεϊν,
δύ-ναι.: t. ända till, δι-, Ϊξικνεϊσθαι πρός m. acc.:
t. till ngns öron, βάλλειν (1. προσβάλλειν πρός) τά
ώτά τίνος.: t. in på ngn, προς-, Ιγκεϊσθαί τινι.
— t. fram, genom, in, på, ut etc., se compp.
b) fig., om det t:er, om nöden t:er, iàv ανάγκη.
Ιάν δέρ.: det är ingenting s. ter, ούδεν
κατεπεί-γει. ουδέν Ιστιν τό κατεπείγον. — trängande,
κατεπείγων, 3. ανάγκην εχων, 3. αναγκαίος, 3.:
sköta de t. göromålen, τά κατεπείγοντα πράττειν.:
t. nöd, δεινή ανάγκη, ή.

Trängning, πίεσις, ή. πιεσμός, ό. ώθισμός,
ο. ώσις, ή.

Trängsel, ώθισμός, ό. όχλος, ό, πλήθος,
τό (massa, mängd).: komma in i t:n, ίμπεσεϊν
εις τον όχλον.: vara i t., ώθεϊσθαι ύπό του
όχλου. Jfr Trångmål.

Trängta, (Ιπι)ποθεϊν τι. πόθον εχειν 1. πόθψ
εχεσθαί τίνος, πόθος εχει μέ τίνος, πόθω
φέρεσθαι Ιπί τι. πεινήν, διψήν τίνος.: hrefter man
t:r, ποθεινός, 3. Jfr Längta.

Trängtan, πόθος, ό. πείνα, ή. δίψα, ή ο.
δίψος, τό. Jfr Längtan.

Träsaker, -varor, ξύλινα, τά.

Träsk, se Kärr.

Träskor, κρούπαλα, τά. κρούπεζαι, αι.

Träta, se Gräl, -a, Tvist, -a.

Trätgirig, -sjuk, se Grälig.

Trätobroder, se Motpart.

Trätofrö, διάφορον, τό. άμφισβήτημα, τό.

Träverk, ξύλωσις, η. ξυλεία, ή.

Trävirke, ξύλα, τά. ύλη, ή.

Trög, νωθής, 2. νωθρός, 3. άργός, 2.
βραδύς, εϊα, ύ. οκνηρός, 3. σχολαϊοζ, 3. βλάξ, κός,
ό, ή ο. βλακικός, 3 (ish. till förståndet),
δυσκίνητος, 2 (svår att röra).: t. att fatta, δυσμαθής,
2.: vara t. i fattning* δυσμαθώς εχειν.

Tröghet, νώθεια, νωθρότης, ή. αργία, η.
βράδυ τής, ήτος, ή. οκνος, ό. σχολαιό της, ή.
βλακεία, ή.: i fattning, δυσμάθεια, ή.

Tröja, ung. χιτωνίσκος, ό. χιτώνιον, τό.

Tröska, άλο άν. άλωνεύεσθαι.

Tröskel, οδός, ό. βαθμός, ό.: beträda ngns
t., προαφοιτάν τινι. είσελθεΐν πρός, παρά τινα*

ϊλθεϊν Ιπί τάς θύρας τινός.: icke släppa ngn
öfver sin t., άποκλείειν τινά τής θύρας.

Tröskning, άλοητός, ό.

Tröst, vara t., θαρρεϊν. εύθυμεϊν.

Tröst, παραμυθία, παρηγορία, ή.
παραμύ-θιον, παρηγόρημα, τό. παραψυχή, ή. mot, f.
ngt, τινός 1. τινί.: det ligger en t. i ngt,
παρηγορία άστίν άπό τίνος.: intala ngn t., παραμύ*
θιον λέγειν τινί.: lända till t., παραμύθιον
είναι. παραμυθίαν εχειν 1. παρέχειν.: säga ngn
ngt till t., παραμυθούμενον λέγειν τινί τι Jfr
Lättnad.

Trösta, 1) eg., παραμυθεϊσθαι. παρηγορεϊν.:
t. i olyckan, κουφίζειν τήν άτυχίαν.: hröfver man
lätt t:r sig, εύπαραμύθητος, 2.: t. sig,
άνακου-φίζεσθαι. άναθαρρεϊν. μετρίως φέρειν τι.
παραμυθίαν προσίεσθαι.: t. dig! θάρρει.: Gud t:e dig
om, κλαύσει, οϊμώξει, ει.: Gud t:e mig, οϊμοι.

— tröstande, seTröstlig. 2) se Förtröste.

Tröstande, παραμυθία, παρηγορία, ή.

Tröstare, παραμυθητής, ού, ό.

Tröstebref, παραμυθικαί Ιπιστολαί, αι.

Tröstefull, -rik, πολλήν εχων (3)
παραμυθίαν Se Tröstlig.

Tröstegrund, -källa, παραμύθιον, τό.
πα-ρηγόρημα, τό. παραμυθητικόν, τό.

Trösteord, παραμυθία, ή.

Trösteskrift, -tal, παραμυθητικός 1.
πα-ρηγορικός λόγος, ό.

Tröstesång, παραμυθητικό ν μέλος, τό.

Tröstlig, παραμυθητικός, 3. παρηγορικός, 3»

Tröstlös, 1) om pers., άπαραμύθητος, 2.
απαρηγόρητος, 2. Se vidare Förtvifla. 2) om
tillstånd, άπορος, 2. ανήκεστος, 2. αβοήθητος, 2.

Tröstlöshet, άβοηθησία, ή (Sedn.). ο. gm
adj. Se vidare Förtviflan.

Trött, (άπο)καμών, ούσα, όν. άπειρηκώς, ttia,
ός. κατ άπονος, κατάκοπος, 2.: ngt t., ύπόκοποςi

2.: göra t., se Följ.: blifva t., se Tröttna.:
vara t., κεκμηκέναι. κοπιάν. άπειρηκέναι
(alldeles t.), vid, på ngt, Ικκεκμηκέναι τι.
άποκεκμη-κεναι, άπειρηκέναι ποιούν τά τι. μεστόν είναι
τι*-νος. Jfr Led, Mätt.

Trötta, καταπονεϊν. κοπούν, κόπον (Ιμ)ποιειν
τινι. Ικλύειν. παρατείνειν. Ινοχλεϊν, φορτικό ν
εϊναί τινι (vara tråkig, besvärlig), κόρον εχειν
(väcka leda).: t:s, se Tröttna. — tröttande, se
Tröttsam

Trötthet, κόπος, ό. κάματος, o (poet.),
κόρος, o (mättnad, leda).: medel mot t., άκοπον
(φάρμακον), τό. Jfr Mättnad.

Tröttköra, καταπονεϊν.

Tröttna, (άπο)κάμνειν, απαγορεύει v (vid ngt,
ποιούν τά τι). Ικκάμνειν (τι), καταπονεϊσθαι.
κό-πτεσθαι. ίκλύεσθαι. μεστόν γίγνεσθαι τίνος. Se
vidare under Mätt.

Tröttsam, κοπώδης, 2. καματώδης, 2.
κα-ματηρός, 3. ίπίπονος, πολύπονος, 2. φορτικός,

3. βαρύς, εϊα, ύ.: ej t., άκοπος, 2.

Tu, se Två.: i t., δίχα.: dela i t., δίχα
δια-λαβειν 1. ποιεϊν.: skära, klyfva i t., δίχα
διατέ-μνειν. διχοτομεϊν.: rifva i t., δίχα δια-,
καταρ-ρηγνύναι.: gå i t., δίχα διαρρηγνυσθαι,
διασχί-ζεσθαι.: vara i t., δίχα διερρωγέναι, διεσχίσθαι.

— t. år se’n, προπέρυσιν.

Tubba, παράγειν. άφιστάναι. διαφθείρειν. Jfs
Locka, Förleda.

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0467.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free