Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - A - Axelbred ... - B
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
24
Axelbred — Bakom.
Επωμίζεσθαι. άναλαβόντα προσηθέναι τω ωμ,ω.
(fig.), άνα&έχεσθαι. ύφίστασθαι : se ngn öfver
a., κατά-, ύπερφρονεϊν τίνος : bära kappan på
begge axlarne, Επαμφοιερίζειν.
Axelbred, se Bredaxlad.
Axformig, -lik, σταχυώ&ης, 2.
Axiom, αξίωμα, τό. άξίωαις, ή.
Axplockning, αταχυολογία, ή.
Axplockerska, καλαμήτρια, ή.
Α zur, κυανός, ο. -blå, κυανούς, 3.
Β.
Β, Β, β, βήτα, το.
Bacchanal, κώμος, ο. συμπόσιον άκόλαστον,
το’, θίασος, ο’.
Bacchant, 1) masc., βακχευτής, oiJ, ο4,
βάκ-χος, ο\ βακχεύων, οντος, ο. 2) /em., βάκχη, ή.
μαινάς, άόος * ή.
Bacchantisk, βάκχειος, βάκχιος, βακχικό ς, 3.:
vara i b. hänryckning, βακχεΰειν. Εκβακχεύεσθαι.
Backe, 1) kulle, höjd, Äo’<y>o£, γήλοφος,
γεώ-λοφος, ο. Jfr Brant, Sluttning. 2) mark, yJJ,
J7- άάπεΰον, τό.: slå i backen, /JtUAfw, παίειν
πρός τήν γήν 1. προ’? το εάαφος.: stå på bar b.,
ερημον είναι, Εσχάτως άπορεϊν.: ställa på bar b.,
efc τήν Εσχάτην άπορίαν καθιστάναι.
Backig, -ländig, λοφώάης, 2. γεώλοφος, 2.
λο’ςρο^ όιειλημμένος, 3.
Båd, λουτρόν, τό (badande, badställe ο.
badvatten). βαλανεϊον, το (ställe f. varma bad).:
varma b., θερμά (λουτρά), τά.: taga varmt b.,
θερ-μώ λουσθαι. θερμολοντεϊν, -τρεϊν.: brukandet af
varmt b., θερμολουσία, -τία, ή.: taga kallt b.,
ψυχρολουτεϊν, -τρεϊν.: subst., ψυχρολουσία, ή.:
till b. hörande, βαλανευτικός, 3.
Bada, λούειν. βαλανεύειν.: b. sig, λουσθαι.: s.
gerna b. sig, φιλόλουτρος, 2. Se Föreg.
Badanstalt, λουτρών, ώνο£, ό. βαλανεϊον, τό.
Β ad a re, λουτροχόος, ό. βαλανενς, ό.
Β ad da, θεραπεύειν, περιμάττειν (t. ex.
σπογ-γία). θερμαίνειν, θάλπειν. πυριάν (gm ångbad).
όπτάν (steka).
Baderska, λοντρο^όο^, ή.
Badgäst, ο Εν τοις θερμοϊς διατριβών. ό τοις
λουτροϊς χρώμένος.
Badhus, -inrättning, se Badanstalt.
Badkar, λουτήρ, ήρος, ό. πύελος, ή. μάκτρα,
ή. άσάμινθος, ι/, Εμβάτη, ή.
Badkur, Λα των λουτρών (γιγνομένη)
θεραπεία.
Badmästare, βαλαν εύς, ό.
Badning, -ort, se Bad.
Badpenningar, Επίλουτρον, το’, λουτροΰ
μισθός, ό.
Badrum, - stuga, λουτρών, ώνος, ο.
Β ad sump, κολυμβήθρα, ή.
Badställe, se Båd.
Bagage, se Packning, Tross.
Bagarbod, άρτοπώλιον, το’.
Bagare, άρτοκόπος, αρτοποιός, ο.: vara b.,
άρτοχοπεϊν, -ποιεϊν.
Bagarstuga, άρτοκοπεϊον, τό
Bagatell, se Småsak.
Bageri, 1) ss. yrke, αρτοποιία, ή. 2) ss.
itälle, άρτοχοπεϊον, τό.
Bagerska, άρτοχόπος, -ποιος, ή.
Bagge, se Gumse.
Bak, 1) handlingen, αρτοποιία, ή. to άρτο-
χοπεϊν. δπτησις, ή. τό οπτάν (eg. gräddningen)·
2) det bakade, gm άρτοι, οι.
Bak, τά οπίσθια. τά όπισθεν.: taga sak på
b., παρά καιρόν άπολογονμενον λαβήν δούναι.:
tala på ngns b., se Förtala.
Bak, se B ak o m.
Baka, 1) tr., άρτοκοπεϊν, -ποιεϊν. οπτάν,
πέτ-τειν. 2) intr., όπτάσθαι. πέττεσθαι. — bakad,
όπτός, οπταλέος, 3.
Bakben, οπίσθιος πους ό. όπίσθιον
σκέλος, τό.
Bakbinda, περιάγειν τω χεϊρε εις τοϋπισθεν
1. τον πίσω και άεϊν 1. bl. οπίσω όεϊν. άπο-,
πε-ριστρέφειν τω χεϊρε.: m. bakbundna händer, τώ
χεϊρε οπίσω όεόεμένος.
Bakböja, εϊς τούπίσω κάμπτειν 1. χλίνειν.
Bakdanta, se Förtala.
Bakdel, se Bak 2 : b. af djur, χωλή, ή.: af
ett skepp, πρύμνα, ή.
Bakdörr, οπίσθια θύρα, ή. κηπαία, ή.
ρι-νοπύλη, ή.
Bakefter, se Bakom.
Bakelse, se Bakverk.
Bakflod, άντίρροια, ή. Jfr Ebb.
Bakfot, οπίσθιος πους, o.: få om b:n (fig.),
παρακούειν. παρανοεϊν. ούχ ορθώς ύπολαμβάνειν.
Bakfram, vända b., άναστρέφειν.: sätta,
ställa b., τά όπισθεν πρόσθεν ποιεϊν. τά υστέρα
πρότερα ποιεϊν 1. τιθέναι.: göra allting b., πάντα
άτοπα ποιεϊν.: allt går b., πάντα εις 1. Επι τό
χεϊρον αποκλίνει.
Bakföre, se Bakom.
Bakgrund, τά οπίσω.: vara i bakgrunden,
άνακεχωρηχέναι. υποκεϊσθαι.: b. på theatern,
σκηνή, ή.
Bakgård, η όπισθεν αυλή.
Bakhand, μετακάρπιον, τό.
Bakhåll, Ενέδρα, ή. λόχος, ό.: lägga ett b.,
Ει>έδρον ποιεϊν 1. ποιεϊσθαι 1. κατασκευάζειν.:
lägga ett b. i förväg, προλοχίζειν (på en väg, όδόν).;
lägga i b., λοχίζειν, Ελλοχίζειν.: ligga i b. f. ngn,
Ενεδρεύειν τινά. λοχάν, Ελλοχάν τινα.: locka i ett
b., εϊς Ενέδραν ύπάγειν.: råka i ett b., Εμπίπτειν
εις Ενέδραν. Ενεάρεύεσθαι.: hafva ngt i b. (fig.),
Επιβουλεύειν τι (Επικρυπτ ό μένος), mot ngn, τινί.
Bakifrån, όπισθεν. Εκ του 1. των όπισθεν,
κατά νώτου.
Bakigenom, δια των όπισθεν.
Baklås, vrida i b., άιαστρέφειν τήν χλεϊν.
Baklänges, ύπτιος, 3. οπίσω, εις τά
όπισθεν. εϊς τούπίσω.: gå b., άναποάίζειν.: ro b.,
πρύμναν (άνα)κρούεσθαι 1. bl. άνακρούεσθα». Jfr
Tillbaka.
Bakning, se Bak 1.
Bakom, όπισθεν, Εξόπισθεν, κατόπιν (m. gen.),
μετά m. acc., Επί m. dat. (efter).: b. befintlig,
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>