Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - F - Framända ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
104 Framända-
t. ex. gå framåt gatan), προϊέναι κατά τήν όδόν,
b) uttryckande ett närmande i rum 1. tid, se
Ε m o t.
Framända, το πρόσθεν μέρος.
Frans, κροσσός, θύσανος, ό.: besatt m.
fransar, θυσανωτός, 3. θυσανώδης, 2. κροσσωτός, 3.
Fra sa, ψοφεϊν. ^
Fred, ειρήνη, ή. σπονδαί, al (fredsfördrag).
ομόνοια, ή (enighet^, samdrägt), jfr Frid.: djup
f.’, πολλή ειρήνη.: hålla, hafva f., εϊρήνην άγειν.
εϊρηνεύειν, -σθαι. εϊρήνην εχειν. διάγειν Εν
ειρήνη.: hålla freden, έμμένειν ταΐς σπονδαϊς.
Εμ-πεδούν τάς σπονδάς.: bryta freden, λύειν 1.
πα-ραβαίνειν 1. συγχεϊν τάς σπονδάς.: sluta f.,
εϊρήνην ποιεϊσθαι, σνντίθεσθαι, πράττεσθαι,
δια-πράττεσθαι, κατεργάζεσθαι. σπένδεσθαι.
σπονδάς ποιεϊσθαι. σνγχωρεϊν.: f. slutes, ειρήνη
γίγ-νεται. σπονδαί γίγνονται.: stifta f., εϊρήνην
ποιεϊν. διαλύειν πολεμούντας.: icke ha f. för ngn,
ένοχλεϊσθαι 1. άνιάσθαι υπό τίνος.: lemna ngn i
f., μηδέν ενοχλεϊν τινα. Εάν τινα.
Freda, se Skydda, Trygga.
Fredag, ή εκτη τής εβδομάδος. Nygr., ή
παρασκευή.
Fredlig, εϊρηναϊος, 3. ειρηνικός, 3. ειρήνης
Επιθυμών, ουσα, ουν. ήσυχος, 2. Jfr Fridsam.
Fredlös, se Fogelfri.
Fr eds an bud, se Fredsförslag.
Fredsartikel, τά Ev ταϊς σπονδαϊς
εϊρημέ-μενα.: en f. är, εϊρηται 1. γέγραπται ίν ταϊς
σπονδαϊς.
Fredsbrott, λύσις τών σπονδών, ή.
Fredsbrytare, ό λύων 1. παραβαίνων τάς
σπονδάς.
Fredsbudskap, ειρήνης απαγγελία, ή.: bringa
f., τήν εϊρήνην άπαγγέλλειν.
Fredsdomare, εϊρηνάρχης, ου, ό.
διαιτητής, ού, ό.
Fr eds fest, εορτή ή διά τήν εϊρήνην.
Fredsfördrag, σπονδαί αι.
Fredsförslag, ειρηνικοί λόγοι, οι. λόγοι οι
περί ειρήνης 1. περί σπονδών, Επικηρυκεία, ή.:
göra ngn f., Επικηρυκεύεσθαί τινι 1. πρός, ώς τινα.
περί ειρήνης λόγους προσφέρειν τινί.
προκαλεϊ-σθαί τινα (εϊς) σπονδάς. πέμπειν περί ειρήνης.:
komma m. f., ηκειν περί ειρήνης 1. ειρήνης
ό’εό-μενον.ι antaga f., σπονδάς προσδέχεσθαι.
Fredsinstrument, σπονδαί, αι.
Fredskongress, πρέσβεις οι συνελθόντεςπερί
εϊρήνης.: hålla en f., συνελθεϊν άλλήλοις εις
λόγους περί ειρήνης.
Fredsslut, σπονδαί, at. διαλλαγή, ή.: fore
f., πριν σπονδάς γενέσθαι.: efter f., γενομένων
σπονδών, σπεισάμενος.
Fredstiftande, διάλυσις, ή.
Fredstiftare, διαλλακτής, ού, ό.
ειρηνοποιός, ό.
Fredsstörare, στασιαστής, ό. στασιαστικός, 3.
Fredstankar, hafva, komma på f.,
εϊρηνι-κώς εχειν, διατεθήναι.
Fredstid, ειρήνη, ή. σπονδαί, αι.: under f.,
Εν εϊρήνρ. Επ’ ειρήνης, ειρήνης ούσης.
Fredsunderhandlare, ειρηνοποιός, ό.
κήρυξ, υκος, ό.: skicka f., Επικηρυκεύεσθαί.: vara
f., εϊρήνην πρεσβεύειν.
Fredsunderhandling, λόγοι οι περί
ειρήνης 1. περί σπονδών.
— Fri.
Fredsverk, τά περί τάς σπονδάς.
Fredsvilkor, Εφ1 ω γίγνονται σπονδαί. Εφ*
οίς μέλλουσιν εσεσθαι at σπονδαί.
Fresco, måla al f., Εφ* ύγροϊς γράψειν.
Frescomålning, ή Εφ* ύγροϊς γραφή.
Fresta, 1) se Försöka. 2) gm retelser söka
verka på ngn, κινεϊν, ταράττειν (ägga, anfäkta).
έπ-, νπάγειν, -σθαι, εφέλκεσθαι (locka).: f. en
flicka, πειράν κόρην.: icke låta f. sig af ngt, μή
Επάγεσθαί τινι. μηδέν φροντίζειν τινός, άμελεϊν,
όλιγωρεϊν τίνος. — frestande, προς-,
επαγωγός, 2.
Frestare, πειραστής, ού, ό.
Frestelse, 1) ss. tillstånd, πείρασις, ή.
πειρασμός, ο. πεϊρα, ή. — in-, υπαγωγή, ή: föra
ngn i f., πειράν τινα (lockelse). 2) det
frestande, τό προς-, επαγωγόν.: vara, innebära f., se
Fresta.
Fri, 1) i phys. bet. a) obunden, m. obehindrad
rörelsefrihet, ελεύθερος, 3. λελυμένος, 3 (om den
s. varit bunden), ακώλυτος, 2 (utan hinder).: sätta
på f. fot, Ελευθερούν. άπολύειν τών δεσμών.: f.
bevakning, Ελευθέρα 1. άδεσμος φυλακή, ή. : lemna
fritt lopp åt ngt, lav τι. μή κωλύειν, κατέχειν τι.
b) ej innestängd 1. belamrad af omgifvande
föremål, υπαίθριος 1. ύπαιθρος, 2 (i fria luften, på
fria fältet varande 1. skeende), καθαρός, 3 (ej
besatt m. träd o. d.). καταφανής, 2, φανερός, 3,
υψηλός, 3 (vidt omkring synlig, högt liggande).
κεχωρισμένος, 3, μόνος, 3, καθ* αυτόν (för sig
sf liggande).: i det fria, εν ύπαίθρω. iv καθαρώ.:
fria luften, αιθρία, ή. ύπαιθρον, τό.: arbeten i fria
luften, υπαίθρια εργα, τά. al Ev ύπαίθρω
Εργα-σίαι.: vistas i fria luften (i mots. mot inom hus),
θυραυλεϊν.: jagt i det fria (mots. inom stängsel),
ή εξω θήρα.: ställe m. f. utsigt, περιωπή, ή.:
huset ligger fritt, ή οϊκία κεχώρισται 1. διέστηκεν
άπ* άλλων 1. ούκ εχεται άλλων. 2) politiskt fri,
ej beherrskad af andra, ελεύθερος, 3. αύτόνομος,
2 (sfständig, ish. om stater), αυτεξούσιος, 2 (sin
egen herre, Sedn.).: göra f., Ελεύθερον ποιεϊν 1.
καθιστάναι. ελευθερούν. εϊς Ελευθερίαν
Εξαιρεϊ-σθαι. jfr Fri gifva.: varaf., Ελεύθερον,
αύτόνο-μον εΐναι. εαυτού είναι, αύτονομεϊσθαι. 3) af
egen vilja bestämd 1. beroende, αύτογνώμων, 2,
αυθαίρετος, 2.: handla fritt, αύτογνωμονεϊν.: f.
vilja, ϊδία γνώμη.: af f. vilja, se Frivillig.:
af fritt beslut, άπό γνώμης. άφ>* εαυτού (γνώμης).:
det står fritt, εξεστιν. πάρεστιν. παρ1, Επ* Εμοί
Εστίν. Επ* Εξουσίας Εστίν. Εξουσίαν εχω. υπάρχει,
δέδοται (μοι).: lemna, ställa fritt, εξουσίαν
διδόναι 1. παρέχειν. Επιτρέπειν. διδόναι. αϊρεσιν
διδόναι. 4) i tal ο. uppförande otvungen, Ελεύθερος,
3. Ελευθέριος, 3. i ond men., Ελευθερώτερος, 3.
άκόλαστος, 2.: ett fritt lif, βίος άκόλαστος.: fritt
tillstå, Εξομολογεϊν. απλώς ειπείν.: föra f. språk,
παρρησιάζεσθαι. παρρησία χρήσθαι.: s- för f. språk,
παρρησιαστής, ού, ό. Se vidare Frimodig,
Djerf, Lösaktig, m. m., efter betydelsens
skiftningar. 5) ledig fr. göromål, άπράγμων, 2.:
vara f., σχολήν άγειν.: f. tid, σχολή, ή.: en f.
dag, άπρακτος ημέρα, ή. 6) f. fr. ngt =
obesvärad, ej behäftad m. ngt, Ιλίΐίθ-ίρο’? τίνος.
Εκτός ών 1. άμοιρος τίνος, άπαλλαχθείς 1.
άπηλλαγ-μένος τινός (befriad fr. ngt), άπαθής τίνος
(κακών, πόνων, νόσων ο. d.) Vanl. användas dock
smnsättngr m. a priv.: t. ex. f. fr. fruktan, ά-
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>