- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
179

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - H - Hårdskalig ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

Hårdikalig — Hälft.

179

Hårdskalig, όκληρόότραχος,
τραχυόύτρα-κος, 2.

Hårdsmält, δύσπεπτος, 2.

Hårdsö fd, κάθνπνος, 2. διισέγερτος, 2.

Hårdvall, Χμ μ ων σκληρός, ό.

Hårfin, τριχώδης, 2. τριχός λεπτότερος, 3,
λεπτότατος, 3 (utomordentligt fin), άκριβέστατος,

3 (fie·)· . ,.

Hårfläta, πλόκαμος, ο. πλοκος, ο.
πλοκα-μις, ϊδος, ή. Jfr Hårtofs.

Hårfrisör, κεροπλάστης, ου, ό.

Hårfällning, ή τών τριχών αποβολή.

Hårig, τριχωτός, 3. τρίχωσης, 2. δασύς, εϊα,
ν ο. λάσιος, 3 (luden).: bli h., δασύνεσθαι.

Hårkam, κτείς, κτενός, ό (att kamma med;
till hårets uppflätande 1. prydnad nyttjade Grek.
hårnål, τέττιξ, γος, ό).

Hårklyfvare, λεπτολόγος, ό. λεπτός
λογιστής, ό.

Hårklyfveri, λεπτολογία, ή. τερθρεία , ή.
περιεργία. ή.: drifva h., λεπτολογειν.
τερθρεν-εσθαι.

Hårlik, τριχώδης, 2.

Hårlock, se Lock.

Hårlugg, se Lugg.

Hårnål, τέττιξ, γος, ό.

Hårnät, κεκρύφαλος, ό.

Hårpung, σάκος, ό.

Η år ro t, ΐονθος, ό.

Hårsikt, Εντρίχωμα, τό. τρίχινον κόσκινον, τό.

Hårsmån, icke en h., ονδ" Ελάχιστον, ονcT*
άκαρή.: på en h. när, θρίξ άνά μέσον, παρά
μικρόν.

Hårstrå, se Hår 1).

Hårtofs, τριχών σύνδεσμος, ό. κόρνμβος ο.
κρωβύλος, ό (flätad, på hjessen).: på hjelmen,
λόφος, o. Jfr Lock.

Hårtur, πηνήκη, ή. φενάκη, ή. προκόμιον,
τό. στεφάνη τριχών, ή. περίθετος κεφαλή, ή.
πρός-θετος κόμη, ή.

Hårtång, τριχολάβιον, τό. τριχολαβίς, ή.

Hårväxt, τρίχωμα, τό.

Häck, αιμασιά, ή. ερκος, τό. φραγμός, ό.
κραστήριον, τό (h. i stall).: f. fåglar, se
Fågelhäck.

Häcka, νεοττεύειν. νεοττοποιείν.

Häckla, ξάνιον, τό.

Häckla, ξαίνειν. b) fig., se T a d 1 a.

Häckning, νεοττία, νεοττοποιία, ή.

Häda, βλασφημείν εις τινα 1. κατά τίνος,
λοι-δορεϊσθαί τινι. λοιδορεΐν τινα. Jfr Håna.

Hädan, se Härifrån.: fara, skiljas h.,
«-παλλάττειν, -σθαι τον ζήν. άπιέναι Εκ τον βίου.

Hädanfärd, ή τον βίου απαλλαγή, τελευτή, ή.

Hädankalla, άπό τών άνθρωπίνων I. Εκ τον
βίου άποκαλεϊν. μεταν.αλεϊν.

Hädelse, βλασφημία, ή. λοιδορία, ή.
λοιδό-ρημα, τό.

Hädisk, βλάσφημος, 2. λοίδορος, 2.

Häfd, 1) jords, se Bruk 2). 2) en qvinnas,
gm vv., se Följ. 3) gammalt bruk, παλαιά,
άρ-χαία χρήσις, ή·: det är urminnes h., παρά τών
άρχαίων παραδέδοται. άρχαϊον νόμιμόν Εστίν.
4) se Historia.

Häfda, 1) jorden, se Bruka 2). 2) en
qvinna, χυίσκειν. πληρούν, εγκυονλ. Εγκύμονα ποιεϊν.:
en jungfru, διαφθείρειν κόρην. διακορεύειν τινά.

Häfdatecknare, se Historieskrifvare.

Häfdeforskare, Ιστορικός, ό.

Häfdeforskning, Ιστορία, ή.

Häfdvunnen, παλαιός καί νόμιμος, 3.

Häfning, 1) eg., gm νν., se Hafva. 2) af
ett tillstånd, κατάπαυσις, λύσις, διάλνσις, ή.
ϊα-σις, ή. 3) rörelse, παλμός, ό. κίνησις, ή.
κύμαν-σις, ή (hafvets).

Hafstång, μοχλός, ό.: m. h. sätta i
rörelse, μοχλεύειν.

Häfta, 1) tr., άπτειν (h. på, vid, samman,
se compp.). ράπτειν, συρράπτειν (sy, hopsy). 2)
intr., h. på,jid, Ενέχεσθαί τινι. προσκολλάσθαί
τινι. προσηρτήσθαί τινι. προσπεφ νκέναι τινί.: en
skuld häftar vid ngt, Ενοφείλεται άργύριόν τινι.:
h. f. ngt, Εγγυητήν εϊναί τίνος, ήγγυήσθαι τι.
άναδεδέχθαι τι. όφείλειν τι.

Häfte, βιβλίον, τό. σωμάτιον, τό.

Häftig, σφοδρός, 3. οξύς, 3. θνμοιειδής,
θν-μώδης, 2. δεινός, 3. ισχυρός, 3. μέγας, 3.
πολύς, 3. χαλεπός, 3. βαρύς, 3 (t. ex. νόσος,
νόσημα). άκράχολος, 2, άργιλος, 3 (till vrede). —
Adv., σφόδρα, οξέως etc.: alltför h., άγαν. λίαν.
ύπερβάλλων, 3. Jfr Hetsig.

Häftighet, σχοδρό της, όξύτης, δεινό της, ή.
τό θνμοειδές. μέγεθος, τό. χαλεπότης, βαρύτης,
ή. βάρος, τό. φορά, ή (άνέμου, ρεύματος), οργή,
ή (lidelsefullt tillstånd), άκραχολία, ό^λότ^ί", η
(retlighet).

Häftnål, περόνη, πόρπη, ή.

Häftplåster, κολλητικόν εμπλαστ(ρ)ον, τό.

Häfva, 1) tr., a) eg., μοχλεύειν (m. hafstång).
αϊρειν (lyfta), άναιρείν, άποκινεϊν (bortskaffa), se
f. öfr. compp. b) fig., upphäfva, bringa att
upphöra, παύειν. καταπαύειν. λύειν, διαλύειν (t. ex.
φόβον, εριν, άπορίαν). Εξαιρεϊν, -σθαι (t ex.
φό-βον). ϊάσθαι (t. ex. νόσον, κακόν), ϊστάναι (t. ex.
διάρροιαν ). 2) refl., πάλλεσθαι. κινεϊσθαι.
κυ-μαίνειν (om hafvet).

Häfvert, σίφων, ωνος, ό.

Häger, Ερωδιός, ό.: hvit h., λευκερωδιός, δ.

Hägn, 1) se Stängsel. 2) se Skydd.

Hägna, 1) eg., (περι)φράττειν.
(:περι,φραγνν-ναι. 2) fig., se Skydda.

Hägnad, se Hägn.

Häkta, πόρπη, περόνη, ή.

Häkta, 1) hopfästa, πορπάζειν. περονάν. 2)
fängsla, συλλαμβάνει v. (εϊσ;άγειν, άπάγειν εϊς τό
δεσμωτήριον. παραδιδόναι εϊς φυλακήν.: kunna
häktas af ngn, άγώγιμον εϊναί τινι.: vara
häktad, εϊναι Εν φυλακή J. Εν δεσμωτηρίω.

Häkte, se Fängelse.

Häl, πτέρνα, ή.: följa ngn i hälarne, κατά
πόδα ς) 1. Επί πόδα 1. Εκ ποδός επεσθαι 1.
άκο-λουθεϊν τινι.

Halft, τό ήμισυ, εος. ή ημίσεια.: af en
sönderskuren kropp, τό ήμίτομον. διχοτόμημα, τό.
Ofta gm adj. ήμισυς, εια, υ (kan äfv. styra subst.
i gen.), t. ex. h. af lifvet, του βίου ό ήμισυς 1. τό
ήμισυ, ήμισυς ό βίος.: h. af ryttarne, ήμίσεις oi
ιππεϊς. οι ήμίσεις 1. τό ήμισυ τών ιππέων.: till
h., Εξ ήμισείας 1. Εφ’ ήμισεία 1. Εκ τον ήμίσεος 1.
gm bl. ημισνς.: öfver h., ύπέρ ήμισν.: h. mer
1. större, ήμιόλιος, 3.: delad i 2 hälfter,
διχότο-μος, 2.: så dela, διχοτομεϊν.: sådan delning,
δι-χοτομία, διχοτόμησις, ή.: bringa, nedsätta till
h., ήμισεύειν.

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0183.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free