Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - I - Inbillning ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
188
Inbillning — Indrägtig.
χεϊν. διανοεϊσθαι, m. ώ? o. part. — inbillad,
δοκών ονσα, ovv. κενός, 3. μάταιος, 3 o. 2.
Inbillning, ι?, φ αντασ a, ή. οϊησις, »J.
φάντασμα, τό.; s. bl. finnes i i., φανταστός,
δο-ξαστός’, 3. jfr Föreg.: = inbillningskraft, se Följ.
Inbillningskraft, φαντασία, ή.
φανταστικό v, τό. ^
Inbillningssjuk, yotfflr δοκών 1.
φανταζό-μενος, 3.
Inbil sk, υπερήφανος, 2. cfoxw*’ ffra* w.
at/-θάδης, 2. xtvocfo|o?, 2.
Inbilskhet, ύπερηφανία, ή. αύθάδεια, ή.
κενοδοξία, ή.
Inbinda, Ενδεϊν τί τινι 1. «tf τ».: en bok,
έλυτρο?»/.
In bita sig, (δάκνοντα. e. d.) εισδ ν εσθ αι.: fig.,
se Inrota. — inbiten, jfrgenompiskad.
Inbjuda, καλεϊν. προς-, παρακαλεϊν.: i. till
måltid, καΧεϊν Επί δεϊπνον.: inbjuden, κλητός, 3.
Inbjudning, κλϊ,σις, παρά-, πρόσκλησις, ή.
ο. gm νυ. t. ex. jag kommer på din i., ήκω
κληθείς υπό σου.: efterkomma en i., κληθέντα v
πα-χονειν.: utan i., άκλητος, 2.
Inbjudningsskrift, πρόγραμμα, τό.
Inblanda, 1) eg , Εγκαταμιγνΰναι τί τινι.
Εγκεραννύναι τί τινι 1. εις τι. jfr Blanda. 2)
fig., —göra delaktig, ποιεϊν τινα κοινωνόν 1.
κοι-νωνεϊν, μετέχειν.: i ett brott, en anklagelse o. d.,
ϋυν-, μεταίτιον ποιεϊν τινα.
Inblandning, πρός-, άνάμιξις, ή.
σύγκρα-σις, ή·: fig-, κοινωνία, ή. μετάληιρις, ή.
Inblåsa, Εμπνεϊν. Εμφυσάν.
Inbringa, 1) eg., εϊσάγειν, -φέρειν,
-κομίζειν. 2) gifva i inkomst, άπο-, προσφέρειν.
προς-οδούς παρέχειν. κέρδος φέρειν, εχειν. —
inbringande, se Indrägtig.
Inbrott, a) tjufvars, τοιχωρυχία, ή.: föröfva
i., τοιχωρυχεϊν.: en s. föröfvar i., τοιχωρύχος, o.
b) fienders, εις-, Εμβολή, ή. c) nattens,
mörkrets, gm vv., se Följ.: vid nattens i.,
Επελθούσης 1. Επιλαβονΰυς τής νυκτός.
Inbryta, a) om tjufvar, i hus, τοιχωρυχεϊν.
διορνττειν τήν οϊκίαν. βία εϊς-, παριέναι εϊς
οϊ-κίαν. b) om fiender, se Infalla, c) om natt,
mörker o. d., Επιέναι, -έρχεσθαι. Επιγίγνεσθαι.
Εφίστασθαι. Επι-, καταλαμβάνειν.
Inbränna, Εγκαίειν τινί τι. Jfr In η eb ränn a.
Inbunden, κρυψίνους, 2. δύσγνωστος, 2.
ευλαβής, 2 (försigtig).
Inbyggare, se Invånare.
In b yra, δια-, καταβρέχειν (genomblöta),
άνα-πιμπλάναι. ΕμπιπΧάναι. — inbyrd, μεστός, 3.
άνάμεστός, 2.
Inbädda, Ενειλεϊν. Ενελίττειν. περιειΧεϊν.
περι-τιθέναι, περιβάλλειν τί τινι.
Inbära, εισφέρει ν. εισκομί ζειν. συγκομίζειν.
Jfr Införa.
Inb öja, κάμπτειν. Επι-, Εγκάμπ τειν.
άποσι-μουν. — inböjd, Επικαμπής, 2. σιμός, 3.
Inböjning, καμπή, Επικαμπή, ή. άγκών,
ω-νος, ό (bl. ss. sak).
Inbördes, vanl. gm άλλήΧων.: i. endrägt, ή
πρός άλλήλους ομόνοια.: hysa i. fortroende,
πιστεύ-ειν άλλήλοις : i. mord, förgörande, άλληΧοκτονία,
άλληλοφθορία, ή.: döda, förgöra hrandra i.,
άλ-ληλοκτονείν, άλληλοφθορεϊν.: i. krig, οικείος,
Εμφύλιος πόλεμος, ό. Jfr Ömsesidig.
In definitiv, άόριστος, 2.
Indela, μερίζειν, δια μ ερίζειν. διαλαμβάνειν,
διαιρεϊν (m. af*. på det hela), διακρίνειν (m.
afs. på beståndsdelarnes beskaffenhet), διιστάναι%
διατάττειν, διακοσμεϊν (f. att ordna), διανέμειν
(fördela mel. flera), ταμιεύεσθαι (eg. i
hushåll-ning).
Indelning, (cJWμερισμός, δ. διαίρεσις, ή.
διάκρισις, ή. διάταξις, διακόσμησις, ή. διανομή, ή.
Indifferent, se Likgiltig.
Indigenatsrätt, πολιτεία, ή (i en stat), τά
τών Εγχωρίων δίκαια.
Indiges tion, άπεψία, δυσπεψία, ή. ώμότης,
ή.: lida af i., άπεπτείν. δυσπεπτεϊν.
In dikat i ν, οριστική (εγκλκίις), ή.
Indirekt, Εγκάρσιος, πλάγιος, 3 ο. 2. ούκ
ευθύς, 3. δι’ άλλου τινός γενόμενος.: i. tal (= or.
obliqua), τό πλάγιον.: i. bevisning, Εγκαρσία
άπόδειξις, ή.
Indiskret, άκαιρος, 2. άτοπος, 2. φορτικός,
3. άφύλακτος, άπρονόητος, 2.
Indiskretion, άκαιρία, ή. ο. gm adj.
Individ, εις μία, εν (καθ’ αυτόν, ήν, ό). i
philos. konstspråket, τις. t. ex. d. menskliga i., o
τις άνθρωπος.: individerna ol Επί μέρους,
έκαστος τις. οι καθ’ (ενα) έκαστο ν.
Individualitet, ϊδιον, τό. ιδία Ι’ξις ή. ϊδιος
τρόπος, ό. ϊδιον σχήμα, τό. τό τής φύσεως ϊδιον.
Individuel, ό, ή, τό καθ’ ενα εκαστον.
ίδιος, 3. ιδιότροπος, 2.: hr ο. en efter sin i.
å-sigt, ώς άν εκαστός τις γνώμης εχη.
Indraga, 1) tr., a) eg., εϊσέλκειν. εϊσάγειν.
Ενιέναι.: en tråd, Ενείρειν. b) draga inåt,
tillsamman , συνάγειν. συστέλλειν, ύποστέΧΧειν (τά
Ιστία, seglen, äfv. καθαιρεϊν).: i. svansen,
ύπο-στέλΧειν τήν ούράν.: i ryggen, σιμούν τά νώτα.:
draga sig in, om vätskor, εϊσδυεσθαι. c) i
säll-skaper, företag, o. d., εϊσάγειν, ύπάγειν τινά εϊς
τι. Jfr Inlocka, Inblanda 2). d) återtaga,
inkassera (penningar, o. d.), εϊσπράττειν.
άπολαμ-βάνειν. άπαιτεϊν (återfordra), e) i. till staten,
kronan, δημεύειν. δημοσιενειν. δημοσιούν.
δημόσιον ποιεϊν. f) låta upphöra, άναιρεϊν.
(καια)-παύειν. καταλύειν. g) inskränka, minska,
συ-στέΧλειν. συντέμνειν. 2) intr., se intåga,
Inflytta. — indragen, a) enslig, οϊκουρός, 2.
έρημος, 3 o. 2.: i. lif, οϊκουρία, ή. ή καθ’
ήσυ-χίαν διαγωγή.: lefva i., οϊκουρεϊν. Εν ησυχία
διάγειν. b) sparsam, συνεσταλμένος, 3. μέτριος,
3. ευτελής, 2.
Indragenhet, οϊκουρία, ή. Ερημιά, ή. ή καθ*
ήσυχίαν διαγωγή. — συοτοΧj}, ή. ευτέλεια, ή.
Indragning, a) εισαγωγή, ή. ενερσις, ή.
b) συναγωγή, ή. συστοΧή, ή. c) εϊς-, υπαγωγή,
if. d) εΐσπραξις, ή. άπόληψις, ή. e) δήμευσις, ή.
i) άναίρεσις, ή. κατάλυσις, ή. g) συστολή, ή.
συντομή, ή. Se Indraga.
In dricka, (Εμπίνειν.
Indrifning, εϊσπραξις, ή.
Indrifva, 1) eg., εϊσελαύνειν. εϊσάγειν. äfv.
κατάγειν.: spikar, ο. d., Εμβάλλει ν. Εμπηγνυναι.
Ενσφηνούν. Εγκρούειν. 2) oeg., penningar,
skulder, πράττειν. άνα-, εϊσπράττειν (i med.* för sin
räkning). Εκλέγειν, δασμοΧογεϊν (om afgifter).
Indrifvare, εϊσπράκτης, ov, ό.
In drypa, Ενστάζειν. Ενσταλόζειν.
Indrägtig, προσοδιχός, 3. ενπροσόδεντος, 2.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>