Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - I - Igenom ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Igenom ·
Igenom, se Genom.
I gjut a, Εγχεϊν. Επι-, προσχεϊν. Επεγχείν.
Ihjäl, gm omskr. t. ex. frysa i., υπό ψύχους
1. ξίγους άποθνήσ/ειν 1. άπόλλυσθαι.: sia i., «710-,
κατασγάττειν. φονεύειν.: piska i., μαστιγούντα 1.
πληγαίς άποκτείνειν. παίειν εις θάνατον.: falla 0.
slå i. sig, πεσόντα άποθανεϊν.: hålla på att skratta
i. sig, γέλωτι Εκθνήσκειν. γελώντα
παρατείνε-σθαι. ο. s. ν.
Ihop, se Samman.
I hoppa, iif-, Εμπηδάν. tig-, Ενάλλεσθαι.
Ihågkomma, se Erinra sig.
Ihålig, κοίλος, 3, εγκοιλος, 2 (urhålkad,
hålig). κενός, 3, διάκενος, 2 (tom).: om röst, ton.
se Dof.: göra i , (Εκ)κοιλαίνειν.
Ihålighet, a)abstr., κοιλότης, ή. κενότης,ή.
b) concr., κοίλον, τό. κοίλωμα, τό. κοιλάς, άδος, ή.
Ih ål lig, se Ihärdig.
Ihängscn, se Ihärdig. Efterhängsen.
Ihärdig, καρτερικός, 3. λιπαρής, 2. βέβαιος, 3
ο. 2. μόνιμος, 3. Εμμενής, 2. bl. om saker, συνεχής,
αδιάλειπτος, άκατάπαυστος, 2 (oafbrutet
fortfarande). πολυχρόνιος, 2 (långvarig).: vara i., καρτε
ρεϊν. λιΊαρεϊν (ish. i böner).: i. regn, συχνοί
όμ-βροι. — Adv., äfv. gm διατελεϊν m. part.
Ihärdighet, καρτερία, ή. καρτέρησις, ή.
λι-παρία, ή. βεβαιότης, ή. δια-, επι-, εμμονή, ή.
συνέχεια, ή.
Ikläda, Ενδύειν, άμγιεννύναι τινά τι.
περι-βάλλειν τινί τι. υποδεϊν (om skoplagg), κοσμεϊν
(fig., t. ex. λόγοις).: i. sig, gm med. af nämnda
vv.: vara iklädd, ήμγιέσθαι. άμπέχεσθαι. b) se
Åtaga sig.
Ikring, se Omkring.
Il, καταιγίς, ίδος, ή. πνεύματος καταφορά, ή.
Ila, se S k y η d a.
Ilbud, ήμεροδρόμος, ό. δρομοκήρυξ, νκος,
ό. άστάνδης, ον, άγγαρος, ό (hos Perserna),
πτε-ρογόρος, ό (hos Romarne).: fara ss. i.,
ήμερο-δρομεϊν.
Illa, κακώς, πονηρώς. φαύλως. Ofta gm
smn-sättningar m. δυς- o. κακός, t. ex. i. luktande,
δυσώδης, 2. κάκοσμος, 2.: i. beryktad,
κακόδο-ξος, 2. κακόηημος, 2.: vara i. beryktad, κακώς
άκουειν. κακοδοξεϊν.: i. behandla ngn, κακώς 1.
κακά ποιειν τινα. κακώς χρήσθαί τινι. αίκίζεσθαί
τινα (misshandla).: tala i. om ngn, κακώς 1. κακά
λέγειν τινά. κακολογειν τινα.: det går mig i.,
κακώς 1. πονηρώς εχω. κακώς πράττω, κακώς
πάσχω.: taga ngt i., βαρέως I. χαλεπώς φέρειν τι.
άγανακτεϊν Ini τινι. άχθεσθαί [επί) τινι.
δυσχεραίνει» τι.: upptaga (tyda) ngt i.,
(ύπο)λαμβά-νειν τι Επί τό χείρον, μέμφεσθαι τινί τι 1. τινά
εις τι (af ngn).: i. löna ngn f. ngt, γαύλην
χάριν άποδιδόναι τινί (υπέρ) τίνος.: det skall
bekomma dig i., κλαίων 1. ου χαίρων m. verb. finit.
κλαύσει, οιμώξει m. part.: vara i. deran , Iv δεινοίς
1. άπόροις είναι, δεινώς εχειν.: se, höra i.,
άμ-βλύ όράν, άκούειν.: må i., se Följ.
Illamående, vara i., άηδώς εχειν. άρρώστως
εχειν. ναυτιάν, Εμετιάν (vilja kräkas).
Illasinnad, κακόνους, δυσμενής, 2 (τινί, mot
ngn), κακοήθης, 2 (af dålig charakter), κακός,
πονηρός, 3 (ond) : vara i. mot ngn, κακώς
δια-κεϊσθαι πρός τινα. μισεϊν τινα.
Illbragd, -gerning, κακούργημα,
πονήρευ-μα, αδίκημα, άαέβημα, τό. έργον κακόν, πονη-
- Inbilla. 187
ρόν, άδικον, άνόσιον, μιαρόν, τό.: begå en i.,
έργον άνόσιον ποιειν 1. πράττειν 1. Εργάζεσθαι,
mot ngn, περί, εις τινα.
Illfundig, se Illistig.
II liberal, άνελε ύθε ρος, 2. άπειρόκαλος, 2.: i.
väsen, άνελευθερία, -ιότης, ή. άπειροκαλία, ή.
III i stig, -ρ ar ig, πανούργος, 2.
κακοξύνε-τος, 2. δολερός, 3. Επίβουλος, 2.
II listighet, πανουργία, ή. ο. adj].
III ρ liktig, se Arglistig.
Illvilja, κακόνοια, ή. δυσμένεια, ή.
Illvillig, κακόνους, δυσμενής, 2.
11 m a r s c h, δρόμος, ό. ταχεία πορεία, ή.: göra
en i., δρόμω πορεύεσθαι. έπείγεσθαι. Jfr Skynda.
Ilning, σφαδασμός, ό.
I!sk, -en, άκράχολος, οξύθυμος, 2. όργίλος,
3. άγριος, 3.
Ilska, οργή, η. χολή, ή (eg. gallé), μανία, ή
(raseri), μίσος, τό (hat).
Imbad, πυρία, ή.
Imma, καπνός, ό. άτμός, ό. άτμίς, ίδος, ή.
I mm er i ort, se Alltfort.
Immig, άτμώδης, άτμιδώδης, καπνώδης, 2.
Immunitet, άτέλεια, ή.
Imperativ, προστακτιν.όν, τό. προστακτική
(εγκλισις), ή.
Imperfekt, παρατατικός {χρόνος), ό.
Impertinent, επαχθής, 2. υβριστικός, 3.
Imponera, på ngn, έκπλήττειν, καταγοητεύειν,
κατέχειν τινά. θαυμάζεσθαι υπό τίνος, πείθειν
τινά (f. ett ändamål). — imponerande,
imposant, σεμνός, 3. δεινός, 3. Εκπληκτικός, 3.
Impopulär, τω δήμω 1. τοις πολλοίς
Επίφθο-νος, άχάριστος, άπεχθής, 2, ού κεχαρισμένος, 3.
Import, se Införsel.
Impromptu, αύτοσχεδίασμα, τό.
Improvisation, αυτοσχεδιασμός, ό.
Improvisera, αύτοσχεδιάζειν. (άπο)σχεδιάζειν.
— improviserad, αυτοσχέδιος, 3 ο. 2.
αυτοσχεδιαστικός, 3.
Ιη, εϊσω 1. έσω.: in i, fi? 1. Ες m. acc. — långt
in i 1. på, Επί πολύ, πόρρω m. gen. I
smnsätt-ningar, gm εϊς, Ev.
Inalles, gm πάς, πάσα, πάν m. art. t. ex.
de skickade 1000 hopliter i., χίλιους επεμψαν τους
π άντ ας όπλίτας.
Inandas, είσπνεϊν. ελκειν. Jfr Inblåsa.
Inandning, εισπνοή, ή.
Inbegrepp, περιοχή, ή.: m. i. af, σύντη. dat.
Inbegripa, (Εμ)περιέχειν. περιλαμβάνειν.:
tillika i., συμπεριλαμβάνειν. — vara inbegripen i
a) innehållas i, Ενεϊναί τινι 1. εν τινι. κοινωνεϊν
τίνος, b) vara sysselsatt m., είναι Ev, πρός τινι.
είναι, εχειν άμφί 1. περί τι. γίγνεσθαι πρός τινι,
περί τι.
Inbekomma, άπολαμβάνειν.
Inb er g a, θερίζειν. κομίζεσθαι. συγκομίζειν.
In bergning, θερισμός, ό. (συγ)κομιδή, ή.
Inberäkna, προσλογίζεσ&αί τί τινι 1. πρός τι.
προστιθέναι τί τινι. — inberäknad, ofta bl. συν.
Inberätta, άγγέλλειν. εις-, άπαγγέλλειν.
άναφέρειν.
Inbetala, άποδιδόναι. εϊσφέρειν. τελεϊν,
ύπο-τελεϊν (om skatter).
Inbilla, 1) tr., (άνα)πείθειν τινά τι 1. ώς.
ύποτίθεσθαί τινί τι. 2) refi. (άνα)πείθειν
εαυτόν. — δοξάζειν. φαντάζεσθαι. νπολαμβάνειν. δο-
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>