- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
287

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - M - Märkelsetecken ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

Märkels et θ eken — Möda.

287

μος, 2.: sluta af märken, τεκμαίρεσθαι.
τεκμηριού-σθαι.: lägga m. till ngt, se Märka 3).: taga m.
till ngt, se Mått.

Märkelsetecken, se Föreg.

Märklig, 1) se Märkbar 1). 2) betydlig,
αξιόλογος, 2. Ελλόγιμος, 2. ούκ ολίγος, 3.
dW-φέρων, ουσα, or. Επιφανής, 2. 3) se
Märkvärdig.

Märkrulla, απογραφή,

Märksedel, Επίγραμμα, το.

Märkvärdig, μνήμης 1. Aoyov 3.

όλο^ο*·, 2. αξιομνημόνευτος, 2. θαυμαστός, 3.:
berättelse om m:a saker, απομνημόνευμα, τό.:
m:a yttranden ο. handlingar, απομνημονεύματα,
τά.: göra sig m., άξιόλογον γίγνεσθαι, δόξης
τυγ-χάνειν. Jfr Märklig.

Märkvärdighet, 1) subst., τό άξιόλογον,
θαυ-μαστόν. 2) corccr., χρήμα 1. πράγμα άξιόλογον,
το’, απομνημόνευμα, τό.

Märs, ^ωράχι-ον, το’.

Mäska, £«στόν ν’Λυρ ßvvrj Επιχεϊν 1. tfvyxe-

Mästare, 1) skicklig i en konst, dWof 1.
ά-ριστος τέχνην τινά. τεχνίτης, ον, ο’, αθλητής, ον,
ο1, jfr Mästerlig a).: vara en m. i ngt,
δεινό-τανον εϊναί τι 1. m. in/, άθλητήν εϊναί τίνος.
Εξεπίστασθαι 1. άχριβούν ίι. άχριβώς εϊδέναι τι.
2) handverkare-m., διδάσκαλος, ο. Επιστάτης, ον,
ο. ο Απαγγελλόμενος τέχνην τινά. 3) förfärdigare,
ό ποιήσας. δημιουργός, ο£.: verket skall prisa m:n,
το πράγμα 1. ί’ρ^οι/ cfWé* toV ελεγχον. 4)
öfverlägsen, χρείττων, ονος, ό. πρώτος τήν
δύνα-μιν.: göra sig till m. öfver ngt, se Bemäktiga
sig.: vara m. öfver ngt, κρατεϊν τίνος. (κατ)έχειν
τι. χύριον εϊναί τίνος.: spela m., πρωτεύειν.
χρα-τιστεύειν. χράτιστον είναι.: icke vara m. öfver
sig, ήττω εϊναι 1. μή χρατεϊν εαυτού.

Mästarhand, fig., πλείστη 1. τελέα τέχνη, ή.:
utförd med m., διαφερόντως τrj τέχνg
Εξειργασ-μένος 1. άπηχριβωμένος, 3.

Mästarinna, γυνή δεινή τήν τέχνην, ή.. Jfr
Mästare.

Mästerknep, τέχνημα, τό.

Mästerkock, άρχιμάγειρος, ό.

Mästerlig, a) om pers., άριστος, 3.
δεινό-τατος, 3. θαυμάσιος, 3. πλείστ$ τρ τέχνρ
χρώ-μενος, 3. b) om sak, κάλλιστος, 3.
άκριβέστα-τος, 3. τέλειος, 3. θαυμάσιος, 3.

Mästerman, se Bödel.

Mästerprof, Επίδειγμα, τό. Επίδειξις, ή.:
aflägga ett m., Επιδεικνύναι, -δείκνυσθαι έργον.
Επίδειξιν ποιεϊσθαι.

Mästerskap, δεινότης, ή. άρετή, ή.: vinna
m. i ngt, κράτιστον γενέσθαι τι.

Mästerstycke, a) se Mästerprof. b) verk
af fulländad konst, e. d., έργον κάλλιστον 1.
θαύ-μασιον 1. τελεία τέχν$ Εξειργασμένον, τό: m.
af slughet, έργον δεινοτάτης πανουργίας·; dta
var hs m., τοντο Θαυμαστότατον 1. δεινότατος
ών αυτός αύτού Εξέπραξεν.

Mästerverk, se Mästerprof, -stycke.

Mästra, se Tadla.

Mäta, 1) eg., μετρεϊν, ngt efter ngt, τί τινι
1. κατά, πρός τι.: åter m., άναμετρεϊν.: m.
landet, γεωμετρεϊν. (δια)μετρεϊν τήν χώραν.: m. med
lika mått, τήν ϊσην μετρεϊν.: m. sig med ngn,
a) jemföra sig med ngn, άντιπαραβάλλειν εαυτόν

τινι 1. πρός τινα. άντιφερίζειν τινί. b) försöka
sig mot ngn, άμιλλάσθαι, άντεξετάζεσθαί τινι.
διαγωνίζεσθαί τινι 1. πρός τινα.: kunna m. sig
med ngn, άξιόμαχον 1. ϊφάμιλλον εϊναί τινι,
Εξι-σούσθαί τινι. ίκανώς εχειν πρός τινα. 2) se
Innehålla, Rymma.

Mätare, μετρητής, ού, ό.: = mått, μέτρον, τό.

Mätbar, μετρητός, 3.

Μ ätning, μέτρησις, διαμέτρησις, ή.

Mätress, se Frilla.

Mätsnöre, σχοϊνος, ό.

Μ ät st ån g, κανών, όνος, ό. μετρητικός
κάλαμος, ό. κερκίς, ίδος, ή.

Mätt, κεκορεσμένος, 3. κόρον εχων, ουσα, ον.
πλήρης, 2. μεστός, 3. Εμπεπλησμένος, 3 (alla
både eg. ο. oeg.). Adv., άδην, άρκούντως,
Ικα-νώς, αλις (tillräckligt, till mättnad).: alldeles m.,
διακορής, 2 (τινός).: göra ngn m. på ngt,
Εμπι-πλάναι, κορεννύναι τινά τίνος.: bli m., äta sig
m. på ngt, άδην Εμπίπλασθαι, κορέννυσθαί
τίνος. Εμφορεϊσθαί τίνος. fig., Εμπλησθήναι,
με-στόν γίγνεσθαι τίνος 1. ποιούντά τι. : äta sig
öf-verm., ύπερεμπίπλαοθαι.: icke kunna bli m. på
ngt, άπληστον εϊναί τίνος, άπλήστως εχειν 1.
δια-κεϊσθαί τίνος 1. πρός τι.: vara m. på ngt (fig.),
άδην εχειν 1. μεστόν εϊναι 1. έμπεπλήσθαί τίνος
1. ποιούν τά τι. ίκανώς εχει μοί τι. Ϊξαρκεϊ μοί
τι. άγαπώ 1. στέργω τινί. : vara m. på att göra
ngt, äfv. (άπο)κάμνειν, άπαγορεύειν ποιούν τά τι.:
man blir m. på allt, πάντων κόρος Ιστίν. πάντα
κόρον εχει.: skratta sig m., ές κόρον γελάν,
μεστόν γίγνεσθαι, εϊναι γελώντα.: jag blir icke m.
på ngt, ουδείς κόρος γίγνεταί μοί τίνος.:
upphöra att vara m., παύεσθαι τής πλησμονής.

Mätta, κορεννύναι, Ικ-, έμπιπλάναι,
Ικπλη-ρούν, μεστούν τινά τίνος (eg. ο. oeg): m. sig,
gm pass. o. έμφορέίσθαι. se vidare Föreg. —
mättande, κορεστικός, 3. — mättad, se Mätt.

Mätthet, -nad, κόρος, ό. πλησμονή, ή.:
ända till m., άχρι κόρου, ές κόρον. Se Mätt.

Mö, se Jungfru.

Möbel, σκεύος, τό.: möbler, κατασκευή, ή.

Möblera, κατασκευάζειν.

Möda, πόνος, o (ansträngning), κάματος, ό,
μόχθος, ό, ταλαιπωρία, ή (vedermöda), έργον,
τό ο. πράγματα, τά (arbete, besvär), σπουδή, ή,
Επιμέλεια, ή (ifver, omsorg).: full af m., se
Mödosam.: utan m., άπονος, 2. άκοπος, 2.
άταλαί-πωρος, 2. άπράγμων, 2. adv., άπόνως. άμοχθί.
άκονιτί. ευπετώς.: med m., έπιπόνως. συν πόνω.
μόλις, σχολrj.: med mycken m., πολυπόνως. σύν
πολλώ πόνω. χαλεπώς.: bl. med yttersta m.,
μόλις και χαλεπώς.: göra sig m. med ngt,
σπουδά-ζειν περί τι 1. Επί τινι, äfv. περί, ύπέρ τίνος (eg.
f. ngt), σπουδήν ποιεϊσθαι περί τι. Επιμέλειαν
ποιεϊσθαι τίνος 1. περί τίνος. Επιμελεϊσθαί τίνος,
εχειν πράγματα, κάμνειν, πονεϊν περί, άμφί τι 1.
ποιούντά τι.: göra sig all möjlig m., πάντα
κάλων Εκτείνειν 1. Εφιέναι (ordspr.). med ngt, περί
παντός ποιεϊσθαι τι. διατείνεσθαι πρός τι.
άντέ-χεσθαί τίνος.: göra sig fruktlös m., άνήνντα 1.
άνήνοτα πονεϊν.: göra, förorsaka m., έργον εϊναι.
πράγματα παρέχειν.: det kostar m., έργον Εστίν,
χαλεπόν Εστίν. Επιμελείας δεϊ.: underkasta sig m.,
υπομένειν 1. ύποφ>έρειν πόνον.: underkasta sig
m:n att, ύπομένειν m. part.: det är m:n värdt,
(λόγου) άξιόν Εστίν.

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0291.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free