- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
288

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - M - Möda ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

288

Möda — Mötesplats.

Möda, πόνον, έργον, πράγματα, άσχολίαν
παρέχειν τινί. βαρύνον τινά.: m. sig, πονεϊν.
μοχθεϊν. κάμνειν. πόνον etc. εχειν.

Möderne, μητρώος, 3. μητρικός, 3.: =
mö-demearf, τά μητρώα.: på m. sidan, πρός μητρός,
μητρόθεν.

Mödernearf, μητρώα, τά. τά άπό μητρός
χρήματα, μητρώος κλήρος, ό.

Mödom, κορεία, ή.: beröfva ngn m:n,
cΐιακο-ρίϊν, -εύειν τινά. διαφθείρειν τινά.

Mödosam, Επίπονος, 2. πραγματώδης, 2
Εργώδης, 2. καματηρός, 3. χαλεπός, 3. πολύπονος,
2 (mycket m.).

Mögel, εύρώς, ώτος, ό. λάμπη, ή (ish. på
vätskor), σαπρότης, σ απ ρ ία, ή (ruttenhet).

Μ ögla (sig), εύρωτιάν. μυδάν. σαπρίζεσθαι.

Möglig, εύρωτιών, ώσα, ών. λαμπηρός, 3.
μυδαλέος, 3.

Möjlig, δυνατός, 3 (γίγνεσθαι), άνυστός, 3.:
all m., δ, ή, τό Ενδεχόμενος, 3. πολύς και
παν-τοδαπός, 3. ό, ή, τό Εξ ανθρώπων.: det är m:t,
δυνατόν Εστι. οϊόν τέ Εστίν, ενεστι (ϊνι).
Ενδέχεται. υπάρχει, εστι, εξεστι, πάρεστι (det står
öppet, det sista med bibegr. af lätthet).: det är
mig m:t, äfv. δύναμαι. οϊός τέ εϊμι: så vidt m:t,
så mycket s. m:t, i möjligaste måtto, ώς ενι 1.
οΐόντε μάλιστα, ώς 1. p άνυστόν. καθ’ 1. εις οσον
Ενδέχεται. Εκ τών δυνατών 1. Ενδεχομένων 1.
υπαρχόντων. κατά, εις, Επί τό δυνατόν.
Ενδεχομένως. Εκ παντός τρόπου.: så — s. m.t (ss. en
förstärkt superi.), ant. gm ώ$·, sällan p (δυνατόν,
οϊόν τε, άνυστόν 1. δύναμαι, οίός τέ εϊμι i den
ställning smnhanget fordrar) 1. οτι m. superi. 1.
gm οίος, 3 (vid qualitatwa adjj. o. med 1. utan
tillägg af δύναμαι etc.) 1. όσος (vid quantitatwa
adjj.) o. superi., se Grava.: på allt m:t sätt,
πάσρ μηχανρ. Εκ τών Ενδεχομένων.: göra allt m:t,
Επί πάν ϊέναι 1. άφικνεϊσθαι. μηχανάσθαι πάσαν
μηχανήν. μηδέν παραλείπειν. πάντα λίθον κινεϊν.

Möjligen, se Föreg.: = måhända, se
Kanske.

Möjlighet, τό δυνατόν.: det är ingen m.,
ούκ εσθ’ οπως vanl. m. fut. ουδεμία εστι μηχανή
δπως m. fut.: emot all m., παρά τό δυνατόν,
παρά τήν δύναμιν.: jag har icke mera ngn ra.,
att göra det, ούκέτι Εξουσία γίγνεται 1. Εξεστί μοι
ποιεϊν τούτο : betvifla möjligheten af ngt,
αδύνατον νομίζειν τι (είναι).: om ngn m. vore
förhanden att, εϊ μηχανή τις γένοιτο ώστε m. inf. Se
vidare Möjlig.

Mökränkning, παρθένου διαφθορά, ή.

Mönja, μίλτος, ή. σάνδυξ 1. σάνδιξ, κος, ή.:
af m., μίλτινος, 3.: bestruken med m.,
μιλτη-λιφής, 2.

Mönster, άρχέτυπ ον, π ρότυηον,
πρωτότυ-πον, τό. δείγμα, παράδειγμα, sedn., υπόδειγμα,
τό (äfv. oeg.). κανών, όνος, ό (bl. oeg.). Jfr
Efterdöme.

Mönstergill, δόκιμος, 2. χρηστός, 3. Jfr
Exemplarisk.

Mönstra, Εξετάζειν. Εξέτασιν ποιεϊσθαι. δοκι-

μάζειν. κρίνειν. (κατα)θεάσθαι. Επι-, χατασκοπεϊν.

καθ-, Εφοράν.: m. soldaterna, Εξέτασιν τών οπλών
ποιεϊσθαι. Εξετάζειν τούς στρατιώτας.

Mönstring, Εξέτασις 1. Επίδειξις (τών δπλων),
ή. όπλο σκοπιά, ή (milit.).: i allmht, δοκιμασία, ή.
κρίσις, ή. Εξέτασις, ή.: hålla m., se Föreg.

Mör, ψαθυρός, 3, εύθρυπτος, 2 (om kött o.
d.). πέπων, 2, μαλακός, 3 (om frukter, mjuk).

Mörbulta, ψαθυρόν etc. ποιεϊν. χαταθραύειν
συντρίβειν, μαλάττειν (äfv. fig·), δέρειν,
διαμαστι-γδύν (piska).

Mörda, φονεύειν. μιαιφονεϊν. άποσφάττειν.
ά-ναιρεϊν. διεργάζεσθαι. διαχρήσθαι. Jfr Döda.

Mördare, φ>ονεύς, έως, δ. μιαιφόνος, δ.
αυ-τόχειρ, ρος, ό. αύθέντης, ου, ό. ο. gm part.

Mörderska, μιαιφόνος, ή. ο. gm part.

Mörhet, ψαθυρότης, ή. μαλακό της, ή. ο. gm
adj.

Mörja, 1) se Röra. 2) se Askmörja.

Mörk, 1) eg., σκοτεινός, σκοταϊος, 3.
σκοτώ-δης, 2. άφεγγής, 2.: det blir m:t, σκότος
γίγνεται. σκότος 1. κνέφας 1. νύξ Επέρχεται,
συσκοτά-ζει.: han kom när det blef m:t, χνεφαϊος,
σχο-ταϊος ήλθεν. 2) se Mörkfärgad, -lagd. 3)
se Dunkel 2) 3) o. Dyster 2).

Mörkblå, κυανούς, ή, ούν.

Mörkbrun, όρφνινος, δρφνιος, 3.

Mörker, 1) eg., σκότος, ό ο. τό. χνέφας, ους,
τό. δρφνη, ή. 2) se Dysterhet. 3) otydlighet,
αφάνεια, ασάφεια, ή. τό άδηλον, αφανές,
ασαφές, σκοτεινόν, αίνιγματώδες.: sväfva i m.
angående ngt, άγνοεϊν περί τίνος. 4) se
Okunnighet. 5) obemärkthet, se Obemärkt.

Mörkfärgad, μελανόχρους, 2. μελανόχρως,
ωτος, δ, ή. μέλας, αινα, αν. φαιός, 3.

Mörkgrå, φαιός, 3. λευκό φαιός, 2.

Mörkgrön, πράσινος, 3.

Mörkhet, σκοτεινό της, ή. ο. gm adj.

Mörklagd, μελανόχρως, τ ος, δ, ή. μέλας,
αινα, αν.

Mörkna, σκοτεινόν, άμαυρόν, ασαφή etc. (se
Mörk) γίγνεσθαι.: det mörknar, χνέφας
(Επέρχεται. συσκοτάζει.: så snart det m:r, άμα τω
κνέ-φα.: det m:r f. mig, f. mina ögon, σκοτδύμαι.
σκοτοδινιώ.

Mörkning, se Skymning.

Mörkrädd, σκότος φοβούμενος, 3. Ev σκότω
φοβερός, 3.

Mörkröd, πορφυρούς, ά, ούν. καρύκινος, 3.

Mössa, κυνή, ή. μίτρα, ή (hufvudduk).

Möta, 1) eg., άπαντάν, ουναντάν. συν-, Εν-,
Επιτυγχάνειν (påträffa), περι-, Εμπίπτειν
(plötsligt). παρα-, περιτυγχάνειν (tillfälligt).: m.
inför rätta, se Inställa sig. b) mötas, άπαντάν
etc. άλλήλοις. 2) se Hända, Träffa. 3) se
Bemöta.

Möte, 1) smnträffande, άπ-, συνάντησις, ή.
vanl. gm νυ. 2) smnträde, σύνοδος, η.
συνουσία, ή. σύλλογος, δ ο. συλλογή, ή (bl. om flere).

Mötesplats, χωρίον, εϊς ο άπαντώσιν 1.
συνέρχονται.

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0292.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free