Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - R - Räcka ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
364
Räcka —Räkning.
Räcka, συνέχεια, ή. se f. öfr. Rad.
Räckande, εύ&υνσις, ή. — πάρεξις, δόσις,
παράδοσις, ή. bättre gm νν.
Rädas, se Frukta.
Rädd, a) ss. konstant egenskap, φοβερός, 3
(s. lätt förskräckes). ά&αρσής, 2 (modlös),
άτολμος, 2 (utan tilltagsenhet), άνανδρος, 2, δειλός,
3 (omanlig, feg), οκνηρός, 3 (försagd), ευλαβής,
2 (försigtig).: mycket r., περίφοβος, περιδεής, 2.:
bli r., άποδειλιάν.: r. om orden, βραχυλόγος, 2.
b) ss. öfvergående tillstånd: vara, blifva r., se
Frukta.: vara r. om ngt, φοβεϊσθ-αι, δεδοικέναι
περί τίνος 1. περί τινι. προνοεϊσ&αι 1. πρόνοιαν
έχειν τινός, έπιμελεϊσ&αί τίνος, φείδεσ&αί τίνος
(spara).
Rädda, σώζειν. δια-, έκ-, περισώζειν.
περι-ποιεϊν. fr. ngt, (άπο)λύειν, άπαλλάττειν,
έλεν&ε-ρούν τινά τίνος.: r. sig, σώζεσ&αι. διασώζεσ&αι.:
τ. sig ur en fara, άποφεύγειν κίνδυνον.: r. sig
till ett ställe, (δια)σώζεσθ·αι, καταφεύγειν εϊς 1.
πρός τινα τόπον. — räddande, σωτήριος, 2.
Räddare, σωτήρ, ήρος, ό. ο. partt.
Räddarinna, σώτειρα, ή. ο. partt.
Räddhet, τό φοβερόν. ατολμία, άνανδρία,
ή. δειλία, ευλάβεια, ή. τό οκνηρό ν. Jfr Rädd.
Räddhåga, se Fruktan.
Räddning, σωτηρία, ή. λύσις, ίλευ&έρωσις,
ή (befrielse).: söka sin r. i ngt, τί&εσ&αι τήν
σω-τηρίαν έν τινι. ζητεϊν σωτηρίαν έκ τίνος.: finna
r., σωτηρίας τυγχάνειν. σωτηρία γίγνεταί μοι.:
på dig beror vår r., έν σοι έσμεν.: förtvifla om
sin r., άπογνώναι τήν σωτηρίαν 1. τής σωτηρίας.·.
bereda r., σωτηρίαν πορίζειν, έκπορίζεσ9αι,
κα-τ εργάζεσθαι: lön, skänk f. r., σώστρον, τό (1.
pl.).: gifva sdn, σώστρα άποδιδόναι 1. Ικτίνειν
τινί.: tackoffer f. r., σωτήρια (ίίρά), τά.: bringa
det, σωτήρια &ύειν.: till ngns r., ofta bl. ύπέρ
τίνος.
Räddningsmedel, σωτήριον, τό. σωτηρίας
οδός, ή. έπικονρημα, τό. φάρμακον, τό.
Rädisa, ραφανίς, Ιδος, ή. ραφανίδιον, τό.
Rädsla, se Fruktan.
Räf, άλώπηξ, εκος, ή. κερδώ, ους, ή.: en
ung r., άλωπεκιδεύς, ό. άλωπέκιον, τό.: fig.,
κι-ναδος, ους, τό. jfr Genompiskad.: vara en r.,
άλωπεκΐζειν : gå räfvens vägar, αλώπεκος ϊχνεσι
βαίνειν.: räf-, άλωπέκειος, 3.
Räf akt ig, άλωπεκώδης, 2. jfr Listig.
Räfhåla, o τής άλώπεκος κευ&μών (ώνος).
άλωπεκία, ή.
Räfjagt, ή τών άλωπέκων θήρα.
Räfrumpa, 1) eg., άλώπεκος ούρά, ή. 2)
växten, άλωπέκουρος, ή.
Räfsa, άγρειφνα, ή. άμη, ή. άρπάγη, ή.
Räfsa, τρ άμρ etc. συνάγειν.
Räf skinn, άλωπεκεία διφθέρα, ή. άλωπεκίς,
ή. άλωπεκή, ή.
Räfst, se R ans åkning.
Räka, β-αλάττιος καρκίνος, ό.
Räkenskap, 1) i sing., λόγος, o.: f.
förvaltning af embete, εύ&υναι, αι.: aflagd r.,
απολογισμός, o.: aflägga r., λόγον 1. εύ&ύνας
διδόναι, άποδιδόναι, άποφέρειν, ύπέχειν, παρέχειν.
άπολογίζεσ&αι.: ha att 1. vara förbunden att
aflägga r., λόγον 1. εύ&ύνας ύπέχειν. τάς εύ&ύνας
όφλεϊν. νπεύ#υνον είναι.: låta aflägga r., λόγον,
εύ&ύνας λαμβάνειν 1. δέχεσ&αι.: fordra r. af ngn
f. ngt, λόγον, εύ&ύνας (άπ)αιτεϊν τινά τίνος,
αϊ-τειν τινα λόγον περί τίνος, λόγον τινός ζητεϊν
παρά τίνος.: draga, nödga ngn till afläggande
af r., εύθύνειν τινά (i allmht). inför rätta,
ύπεύ-&υνον γράφεσ&αί τινα. εύ&ύνας κατασκευάζειν
έπί τινα. δίκην λαβείν παρά τίνος (ύπέρ τίνος),
εύ&ύνας κατηγορεϊν τίνος.: vara skyldig ngn r.,
ύπεύ&υνον εΐναί τινι. 2) i pl., se Räkning.:
aflägga sina r.r, άποφαίνειν λογισμόν.
άποφέρειν λόγον. άπολογίζεσ&αι.: låta ngn aflägga sina
r:r, λόγον 1. λογισμούς (άπο)λαμβάνειν παρά
τίνος. άπαιτεϊν τινα λογισμόν. λογο&ετεϊν τινα.:
revidera r:r, λογιστεύειν.: afsluta γ., λογισμούς
συντελεϊν.
Räkenskapsbok, λογιστικαίδέλτοι, αι.
γραμ-ματεϊον, τό.
Räkenskapsförare, ό τόν άπολογισμόν
ποιούμενος. ό άπολογιζόμένος.
Räkenskapspligtig, ύπειί&υνος, 2.
Räkenskapsverk, λογιστήριον, τό.
λογο&ε-ται, οι.
Räkenskapsväsende, τό λογιστικό ν. τό
περί τούς λογισμούς.
Räkna, 1) eg., άρι&μεϊν. άπ-, έξ-, διαριθ-μεϊν,
λογίζεσ&αι. τι&έναι χρήφους. ψήφοις λογίζεσ&αι.:
r. på fingrarne, πεμπάζειν, -σ&αι.: τ. tillsammans,
συλλογίζεσ&αι.: τ. ytterligare, till,
προσλογίζε-σ§αι.: r. orätt, παραλογίζεσ&αι.: τ. efter ngt, τόν
λογισμόν ποιείσ&αι κατά τι.: lära r., μαν&άνειν
τήν άρι&μητικήν 1. λογιστικήν. 2) se Beräkna.
3) hänföra (till en klass o. d.), καταλογίζεσϋ-αι,
καταρι&μεϊν, καταλέγειν, τι&έναι 1. τί&εσ&αι έν
τισι 1. εις τινας. τι&έναι, καταλέγειν τινά τίνων,
έγκαταλέγειν τινά τισι. άναφράφειν, τάττειν τινά
έν τισιν.: r. ngn till d. klass, han hör,
κατα-νέμειν τινά εις τήν προσήκουσαν τάξιν.: räknas
till en klass, äfv. εϊναί τίνων 1. έν τισιν.
(συν)-τελεϊν εις τινας. έξετάζεσ&αι έν τισιν 1. μετά
τίνων. 4) anse för, λογίζεσ&αι, τι&έναι 1. -σ&αι
m. två acc. 1. τί ώς τι. jfr Anse.: τ. ngt f. intet,
άγειν, τί&εσί$αί τι παρ* ούδέν. ούδαμού τι&έναι
τι περί ούδενός ήγεΐσθαι. νομίζειν τι ούδενός
άξιον. λόγον ούδένα ποιείσ&αί τίνος.: τ. för en
heder, φιλοτιμεϊσ$αι έπί τινι 1. m. inf άγειν τι διά
τιμής, τιμήν νομίζειν τι. 5) r. på ngt, τήν
Ελπίδα έχειν έν τινι. πιστεύειν, πειτοι&έναι τινί.
πιστεύειν τεύξεσ&αί τίνος.: jag kan r. på ngt,
βέβαιον, πιστόν, ετοιμον έχω 1. έστί μοί τι.
υπάρχει, άπό κείται μοί τι.
Räknebok, άρι&μητικόν βιβλίον, τό.
άρι&μη-τική συγγραφή, ή.
Räknebord, -bräde, πίναξ, ακος, ό.
πι-νάκιον (άρι&μητικόν), τό. άβαξ, ακος, ό.
άβά-κιον, τό. ψηφολογεϊον, τό.
Räknefel, τό περί τόν λογισμόν άμάρτημα.
Räknekammare, se Räkenskapsverk.
Räknekonst, άρι$μητική, ή. λογιστική, ή.
λογισμοί, οι.
R ä k η e 1 i g, αριθμητός, 3.: lätt r.,
εύαρί&μη-τος, 2.
Räknelärare, -mästare, λογιστής, ό.
λογιστικός (άνήρ), ό.
Räkneord, άρι&μητικόν, τό.
Räknepenning, -ψήφος, ή. ψηφίς, ϊδος, ή.
Räkneskola, λογιστήριον, τό.
Räknetafla, se Räknebord.
Räkning, 1) ss. handling, räknande, άρί&μη-
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>