Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - R - Ränker ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Ränker —Rätt.
365
σις, ή. λογισμός, o.: anställa en r., άριθμόν
ποιεϊν 1. -σθαι (t. ex. τής στρατιάς, τών νεών).
se Räkna. 2) ss. sak, λογισμός, o (vanl. pl.),
λόγος, o. ψήφοι, at.: r. s. går ihop, καθαραϊ
ψήφοι.: r:n går ihop, träffar in, o λόγος
συμβαίνει.: falsk, oriktig r., παραλογισμός, o.: bedraga
gm sdn, παραλογίζεσθαι.: förär., άπ ολογίζεσθαι.:
upptaga i r., κατα-, ύπολογίζεσθαι. Επαναφέρειν.
άποφαίνειν. νπόλογόν τίνος ποιεϊσθαι 1. iv
ύπο-λόγφ ποιεϊσθαι τι.: dta kommer icke m. i r:n,
τούτου ουδείς λόγος, τού τ’ ού σκοπούμεν. jfr Β
e-räkna : göra r. m. ngn, λογίζεσθαι, δια-,
ύπολογίζεσθαι πρός τινα.: uppföra, skrifva ngt på
ngns r., άνατιθέναι, Επάγειν τινί τι. τήν αϊτίαν
τινός Επιφ>έρειν τινί.: sätta ngt på ngts r.,
άνα-φέρειν τι εις τι.: taga på r., εις ύπόλογον
λαμβάνειν.: göra sig r. på ngt, se Räkna 5).: göra
ett streck i r:n f. ngn, Εκκρούειν τινά τής
Ελπίδος.: finna sin r. vid ngt, κερδαίνειν 1. κέρδος
λαμβάνειν άπό 1. εκ τίνος, ώφελεϊσθαι εκ
τίνος. κέρδος ήγεϊσθαί τι. Εν κέρδει ποιεϊσθαι τι.:
på egen r., ιδία.: f. det allmännas, statens r.,
δημοσία.’, f. min r., τό γ9 Εμόν. Εμοί.: dta är f.
din r., σοι 1. σον τούτο.: hålla ngn r. f. ngt,
χάριν εχειν 1. εϊδέναι τινί τίνος.
Ränker, μηχανήματα, τεχνήματα, τά. τέχναι,
αι. δόλοι, οϊ.: smida r., μηχανορραφειν.
κακο-πραγμονεϊν. τεχνάζειν.
Ränkfull, μηχανορράφος, 2. δολοπλόκος, 2.
κακοπράγμων 2. πανούργος, 2.
Ränna, σωλήν, ήνος, ό. αύλός, ό. οχετός, 2.
Ränna, 1) intr., se Löpa.: r. emot, på,
προς-κόπτειν, προσκρούειν. i fiendtl. afsigt, Επιφέρεσθαι,
έπιτρέχειν τινί. φέρεσθαι Επί τινα. 2) tr.,
Ελαύ-νειν.: r. värjan gm ngn, διαλαμβάνειν,
διαχρή-σθαί τινα τώ ξίφει. — r. omkull ngn,
(Επιφ>ερό-μενον, τρέχοντα) άνατρέπειν 1. καταβάλλειν τινά.
Rännande, δρόμος, ο.
Rännarebana, στάδιον, τό (i pl. äfv.
στά-διοι, οϊ). δρόμος, ο (f. kapplöpare). Ιππόδρομος,
ό (f. hästar).
Rännil, ρεϊθρον, τό. jfr Ränna.
Ränning, se Varp.
Rännsnara, βρόχος, o.
Rännsten, σωλήν, ήνος, ό. ύδρορρόα, ή.
Rän sel, πήρα, ή. διφθέρα, ή (af läder),
θύλακος, ό.
Ränta, (af slagtade kreatur), εντερα,
Εντόσθια, τά.
Ränta, τόκος, ό. πρόσοδοι, αϊ (inkomster).
μισθοφορία, ή.: låna ut på r., Επί τόκω
δανεί-ζειν (i med. låna sig), τοκίζειν.: betala r.,
(άπο)-διδόναι 1. τελεϊν τόκον. τοκοφορεϊν.: taga r.,
τό-κον λαμβάνειν.: gifva r., τόκον 1. προσόδους
φέρειν. : τ. på r., άνατοκιομο’ς, ό.: utan r., άτοκος, 2.
Räntefot, τόκος, ό.
Räntefri, άτοκος, 2. ατελής, 2.
Räntegifvare, ό τον τόκον (άπο)διδούς 1.
τελών.
Ränteräkning, ο τών τόκων λογισμός.
Räntetag are, ο τον τόκον (άηο)λαμβάνων.
Räntmästare, ταμίας, ου, ό.
Rät, se Rak.: r. vinkel, ορθή γωνία 1.
ορθογώνια, ή.: göra r., se Följ.
Räta, εύθύνειν. άπ-, κατευθύνειν. όρθούν.:
Γ· gm pasi· = r. upp sig, όρθούσθαι. ορθόν
γίγνεσθαι.
Rät ning, εύθυνσις, ή.
Rätlinig, ευθύγραμμος, 2. εύθυγραμμικός, 3.
Rätsida, τό εξω 1. πρόσθεν.
Rätt, adj. ο. adv. a) i allmht, — riktig,
vederbörlig, tjenlig, passande o. d., ορθός, 3.
Επιτήδειος, 3 o. 2. Επιεικής, 2. προσήκων, πρέπων,
ουσα, ον. οϊκεϊος, 3. ικανός, 3. όν, οίον δει 1.
χρή. ακριβής, 2. ο. τέλειος, 3 (fullkomlig). —
Adv., oftast, ευ. καλώς. — r:a vägen, ή ορθή
οδός.: ha d. r:a storleken, τό οϊκεϊον μέγεθος
εχειν.: han är d. r:a mannen till ngt, Επιτήδειος
1. ικανός Εοτιν ό άνήρ πρός τι.: en r. sophist,
τέλειος σοφιστής.: d. r:e lagstiftaren, o άκριβής
νομοθέτης.: r:a tiden, καιρός, o.: i r:n tid, Ev
καιρώ, εις 1. κατά καιρόν, σύν καιρώ 1. bl. καιρώ.
Εν δέοντι. εις τό δέον.: s. sker i r. tid, καίριος,
3. έγκαιρος, πρόσκαιρος, 2.: d. r:a måttet, τό
μέτριον. τά μέτρια.: mer än r. är, πέρα 1.
περαιτέρω τού μετρίου 1. τού δέοντος.: i r. mått,
μετρίως.: veta r., ευ, καλώς, ορθώς Επίστασθαι
1. εϊδέναι.: minnas r., εν, καλώς, σαφώς
μεμνή-σθαι.: göra r. i ngt, gm καλώς ποιών (m. v.finit.)
1. ποιεϊν (m. part.) t. ex. de gjorde r. i att börja
kriget, καλώς ποιούντες ήρξαν 1. Εποίησαν
άρ-ξαντες τού πολέμου.: τ. så, εύγε. i svar, ορθώς 1.
άληθή λέγεις.: om allt går r. till, ει μή τι
δαιμόνιον εϊη.: deri har du r., ορθώς τούτο λέγεις
1. αληθή ταύτα (i ett påstående), ορθώς τούτο
νομίζεις (i en mening), καλώς τούτο ποιείς (i en
handling).: ge ngn r., όμολογεϊν 1. συμφάναι
τινί. Επαινεϊν α τις λέγει, πείθεσθαί τινι.: få r.,
νικάν. κρατεϊν.: vilja ha r., φιλονεικειν.
φιλονεί-κως εχειν.: få, taga, skaffa r. på ngt, άν)-
ευρίσκειν τι.: komma till r:a, gm pass.: komma
till r.a m. ngn, σνμβαίνειν τινί. δι-,
καταλλάττε-σθαί τινι. καταπραννειν τινά. πείθειν τινά.
σω-φρονίζειν τινά. m. ngt, μεταχειρίζεσθαι.
εύτρε-πίζειν. άπ-, Εξεργάζεσθαι. (Εξ)ανύτειν. jfr Reda.:
hjelpa ngn till r:a, ήγεϊσθαί τινι. οδηγεϊν τινα.
διδάσκειν τινά.: lägga, sätta, ställa till r:a,
(κόαμω) διατιθέναι. διατάττειν. κοσμεϊν.
εύτρι-πίζειν. ετοιμάζειν. προχειρίζεσθαι. πρόχειρον
διατιθέναι. κατα-, παρασκενάζειν. — Ss.
gradbestäm-mande adv. (vid adjj. o. advv.)., μάλα. πάνυ.
σφόδρα, o. gm superi.: icke r., ού πάνυ (τι), ου
σφόδρα.: τ. gerna, πάνυ ήδέως. ήδιστα.: τ.
mycket, καί μάλα. ευ μάλα (μάλ’ ευ), σφόδρα, b)
sann, äkta, αληθής, 2. αληθινός, 3. γνήσιος, 3.
äfv. gm ώς άληθώς. τώ όντι.: d. r:a vänskapen,
ή άληθής φιλία.: d. r:a modern, ή φύσει 1. γόνψ
1. κατά φύσιν μήτηρ. ή τεκούσα. ή γειναμένη.:
d. r:a föräldrarne, οι γεννήσαντες 1. γεινάμενοι.:
d. r:a slägtskapen, ή τώ όντι συγγένεια, c)
öfverensstämmande m. (gudoml. 1. msklig) lag,
δίκαιος, 3. όσιος, 3 (enlig m. gudoml. 1. naturl.
lag), έννομος, 2, νόμιμος, 3 o. 2 (enlig m. msklig
lag, sed).: handla r., δίκαια ποιεϊν 1. πράττειν.
όσια καί δίκαια ποιεϊν.: det är r., δίκαιον, όσιο ν,
άξιον, θέμις Εοτίν.: det är icke r. af dig att göra
dta, άδικεϊς τούτο ποιών.: det är r. åt dig att,
άξια 1. τά εικότα 1. τά δίκαια πάσχεις m. part.:
det är r. åt hm att han omkommer, άξιός Εστίν
άπόλλυσθαι.
Rätt, subst., 1) det af lag (sedlig 1 polit.)
bestämda, τό δίκαιον, δίκη, ή. τό όσιον
(gudomlig). τά όσια καί δίκαια (gudomlig ο. msklig γ.).
θέμις, ή (bl. i nom. ο. acc., gm gammalt bruk
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>