Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - S - Sjölukt ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
388
Sjölukt—· Skadeslöshet.
Sjölukt, οσμή θαλάττης, ή.: ha s., όζειv 1.
προσβάλλων θαλάττης.
Sjölägenhet, καιρός τον πλεϊν, ό.: afgå m.
första s., ΙπΙ παρατυχούσης νεώς πορεύεσθαι.
Sjömakt, 1) styrka till sjös, ναυτικόν, τό.
ναυτικά, τά. ναντική άύναμις, ή. ναντικός
στρατοί, ό. 2) sjö stat, πόΧις ή Ιπιτ η&εύουσα τό
ναν-τικόν 1. έπιμελουμένη του ναυτικού.
Sjöman, ναύτης, ον, ό. ναυτικός άνήρ, ό.
ναυβάτης, ον, ό.: vara s., χρήσθαι τ5} θ-αλάττ^.
θαλαττουργεϊν.
Sjö mannnaveten skap , ναυτική, ή.
Sjömanöver, ναυτική σύνταξις, ή.
Sjöminister, ό Επί τών περι τά ναυτικά.
Sjöofficer, είς 1. τις τών iv ναυσί αρχόντων
1. ήγεμόνων. ναύαρχος, ό.
Sjöresa, πορεία ή κατά θάλατταν. πλους,
ον, ό. ναυστολία, tf.: göra en s., πλονν
ποιεϊσθαί. ναυτίλλεσθαι.
Sjörustning, παρασκευή tf τον ν*ντ*κον.
Sjörätt, 1) ss. grundsats, τά κατά θάλατταν
1. περί τήν ναυτιλίαν δίκαια. 2) ss. domstol,
ναυτοάίκαι, ών, ο*.
Sjöröfvare, ληστής, ό (κατά θάλατταν).
πε*-ρατής, ού, ό (Sedn ). καταποντιστής, ον, ό.
Sjöröfvarhop, το λρστικόν, πειρατικόν.
Sjöröfvarskepp, se Röfvar fartyg.
Sjöröfveri, ληστεία, tf. λ^στική, tf. πειρατεία,
tf (Sedn.).: idkas., λρστεύειν. πειρατεύειν (Sedn.).:
utrota s:et, τό λ^στιχόν καθ αίρεϊν Ex τής θαλάττης.
Sjöseger, se under Sjöslag.
Sjösida, τα προς θ-άλατταν.: belägra på s:n,
πολιορκεΐν κατά θ-άλατταν 1. £κ θαλάττης.: fr.
s:n, £κ Φαλάττ^ς·: på s:n , πρός τξς θαλάττης.
Sjösjuk, ναντεών, ώσα, ών.: vara s., se Följ.
Sjösjuka, ναυτία, tf. ναυσία, tf (Sedn.).: ha
s. (vara sjösjuk), ναυτιάν. κακώς εχειν 1.
διακεϊσθαι 1. καρηβατεϊν υπό ναυτίας 1. νπό σάλον.
Sjöskum, 1) ss. fradga, πόντο* ά</>ρός, ό. 2)
ss. lera, σήπιον Ι.σηπίον, τό. οστρακίτης λίθος, ό.
Sjöslag, ναυμαχία, tf.: hålla s., ναυμαχεϊν
πρός τινα (mot ngn), άιαναυμαχεϊν τινι.: vinna
ett s., ναυκρατείν. ναυσί κρατεϊν. νικάν
ναυμα-χίαν.: besegra ngn i ett s., καταναυμαχεϊν τινα.:
seger i s., νίκη tf κατά θάλατταν. νίκη
ναυμαχίας, tf. ναυκρατία, tf.
Sjöslagen, se Sjödrucken.
Sjösoldat, ναυτικός στρατιώτης, ό. oftast (i
smnhang) gm ναύτης, ον, ό. Επιβάτης, ου, ό.
Sjöstad, πόλ^ς tf έπ*#αλά#σ*ος 1. tf προς τ»}
θαλάττρ.
Sjöstat, se Sjömakt 2).
Sjöstrand, άκτή, tf. «ιταλός, oc.
Sjöterm, *9·αλαττονρ)/ίας 1. ναυτικής όνομα,
τό 1. λε£*ς, tf. ναυτική λέξις, tf.
Sjötjenst, ναυτικό ν έργον, τό. ερ)/α τα τών
Επιβατών.
Sjötrupper, ναυτική dύ να μις, tf. ναυτικό ν
στράτευμα, τό.
Sjötull, ίλλιμενικόν τέλος, τό. Ελλιμένιον, τό.
ναυτικοί τόκοι, οι.
S j ö t å g, στόλος, ό.
Sjötång, φύκος, τό.
Sjövetenskap, se Sjömannavetenskap.
Sjöväg, se Sjöledes.
Sjöväsende, τό ναυτικόν. τά ναυτικά.:
kunnig i s:t, ναυτικός, 3.
Sjöväxt, φυτόν τό κατά θάλατταν 1. iv τή
θαλάττρ.
Sjöärende, τα περί τό ναυτικόν.: hörande
till s., ναυτικός, 3.
Skabb, ψώρα, tf. ψωρίασις, tf, κνήφη, tf
(Sedn.).: ha 1. få s., ψωριάν.: medel mot s.,
ψωρικόν, τό.
Skabbaktig, -bbig, ψωραλέος, 3. ψωρός,
3, ψωροειάής, 2 (Sedn.).
Skada, vtrb., (κατα)βλάπτειν, ζημιούν τινα.
σίνεσθαί τινα 1. τί. λυμαίνεσθαί τινα 1. τί.
κα-κούν 1. φθείρειν τι. κακώς ποιειν, κακοποιεϊν,
κα-κουργεϊν, κακόν τι ποιειν 1. Εργάζεσθαί τινα.
βλά-βην 1. ζημίαν φέρειν τινί. πηρούν τινα (lemlästa).
Jfr Följ.
Skada, subst., 1) afbräck, förlust (se d. oo.),
förfång, βλάβη, tf. κακόν, τό (hvarje s.). λύμη,
λώβη, tf (skadande, men, kännbar åverkan,
skymfning, skam o. d.).: göra ngn s., = skada
ngn, se Föreg.: lända ngn till s., είναι 1.
κα-θίστασθαί τινι βλάβην 1. ζημίαν. βλαβερόν είναι
τινι.: lida s., βλάβην, ζημίαν, κακόν λαμβάνειν,
περιπίπτειν ζημία, ζημιούσθαι. βλάπτεσθαι.: lida
stor s., μεγάλα 1. πολλά βλάπτεσθαι.: ha s. af
ngt, βλάπτεσθαι υπό τίνος 1. ποιούν τά τι. κακόν
τι πάσχειν 1. ϊχειν άπό τίνος 1. ποιούν τά τι.
ζημιούσθαι εν τινι.: till s., Επί τω κακώ. Επί
βλά-ßjj. Επί ζημία. äfv. μετά βλάβης 1. ζημίας, ουκ
εις καλόν.: utan s., άνευ βλάβης, άβλαβής, 2.
ά-νατεί.: bli gm s:n klok, παθόντα γνώναι.: det
är s., att han dött, λύπην Εργάζεται 1. λυπηρόν
Εστίν αυτόν τεθνηκέναι. ουκ εις άέον όλωλεν.
ώ-φελε μή άποθανεϊν.: det vore ej s. om han
komme, όναιτ’ άν Ελθών : det var s. att han ej fick
rapp, όναιτ’ άν άαρείς.: det är s., att han
kostat på så mycket, κρείττων ήν μή τοσαύτα
άε-άαπανηκώς. 2) åverkan, skadande, κακόν, τό (i
allmht). σαθρόν, τό. λώβη, tf. λύμη, tf (se under
1). τραύμα, τό (sår).: kroppslig s., τό iv τφ
σώματι κακόν 1. σαθρόν : taga s., σαθρόν
γίγνεσθαι (om ting), πηρούσθαι, κακόν τι 1. τραύμα
λαβείν (om organ, kroppar).: åstadkomma
kroppslig s., πηρούν. λωβάν. λυμαίνεσθαί. τραυματίζειν.
— skadad, σαθρός, 3. πεπηρωμένος, 3 (till
kroppen, lemlästad), Ενάεής, πλημμελής, 2 (bristfällig),
κακός, πονηρός, φαύλος, 3 (äfv. moraliskt; usel).:
s:t tillstånd, σαθρό της, tf. τό σαθρόν.
Skadedjur, άάκετον, τό. θηρίον ιοβίλον, τό.
άάκος, τό (poet.), äfv. θηρίον, τό.
Skadeersättning, 1) ss. handling, βλάβης
Επανόρθωσις, tf. άντιχπόάοσις, tf. εκτισις tf τής
βλάβης. 2) ss. sak, τά άντιάοθέντα. Jfr äfv.
Skadeslös ο. Skadestånd.
Skadeglad, (έπι)χαιρέκακος, 2. κακόχαρτος,
2 (poet.).: vara s. öfver ngt, se Följ.
Skadeglädje, (Επι)χαιρεκακία, tf.: hysa s.
Öfver ngt, Επιχαίρειν 1. Επιχαιρεκακεϊν τινι.
Εφή-όεσθαί τινι.: föremål f. s., Επίχαρμα, τό. Επίχαρτα,
τά.: s. är föremål f. s., Επίχαρτος, 2.
Skadeslös, άζήμιος, 2. άβλαβής, 2.: hålla
ngn s., Εκτίνειν τινί βλάβην. άνταποάιόόναι τινί.
Επανορθούν, -ούσθαι 1. άκεϊσθαι τήν εκ τίνος
βλάβην. παραμυθείσθαί τινα κακώς παθόντα.: hålla
sig s., Επανορθούσθαι 1. άκεϊσθαι τήν βλάβην 1.
τό κακόν.
Skadeslöshet, τό Επανορθούσθαι 1.
άκεϊσθαι τήν βλάβην 1. τό κακόν.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>