Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - S - Snarkning ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Snarkning -
Snarkning, ρέγξις, ή. φέγχος, τό.
Snarlik, παρ-, προσόμοιος, 2.
Snarsticken, se Lättretlig.
Snattra, χλάζειν. πλατυγίζειν.
Snattring, κλαγγή, ή.
Sned, πλάγιος, 3. λοξός, 3. Εγκάρσιος, 3. Jfr
Sk ef.
Sneda, πλαγιάζειν.
Snedd, τό πλάγιοι: pä s:en, Ex, άιά
πλαγίου. εις τό πλάγιον.
Snedhet, πλαγιότης, ή. λοξό της, ή.
Snegla, πλαγίοις δμμασι^προσβλέπειν.
παραβλέπουν.
Snibb, ποδεών, ώνος, ό (eg. på hud), άχρον,
τό (i allmht) λοβός, ό (örats, lefverns).
Snibba, συ ν άγειν εις οξύ. άποκορυφδύν.
Snickare, ξυλουργός, ό. äfv. τέχτων, ονος, ό.
Snickarearbete, έι/λονρ^α, ή· λίπτονρ^α,
ij (finsnickeri).
Snickarehandtverk, ξυλουργ*χή, ή·
Snickra, Ινλονρ^ΜΛ
Snida, γλύφειν.
S ni dåre, γλυφεύς, έως, ό (ss. pers.), ξυήλη,
ή 1. fofff, icfoff, i? (knif).
Snidverk, γλυφαί, al.
Snigel, κοχλίδιον χερσαϊον, τό.
Sniken, αισχροχερΰής, 2. äfv. κέρδους
ακρατής, 2. πλεονέκτης, ου, ό.
Snikenhet, αισχροκέρδεια, ή.
Snille, I) ss. egenskap, φύσις, ή (ss. νοχ
media). αρ<τα* ψυχής, al. ευφυία, ή. εύμά&εια, ή
(receptivt), άγχίνοια, ή (skarpsinne), δεινότης, ή
(öfvad kapacitet). 2) ss. pers., άνήρ ευφυής,
πρός τι ευφ>υώς εχων, τήν εύφυίαν θεσπέσιος ο.
d.: stort s., άνήρ εύφυέστατος.
Snillegåfva, se Föreg.
Snillekraft, δύναμις ή τής ψυχής, se äfv.
Snille.
Snillrik, 1) om pers., ευφυής, 2. άγχίνους,
2 (skarpsinnig), δεινός (3) τήν ψυχήν. 2) om
andliga ting, νοημάτων πλέως, ων (tankediger).
άστειος, 3. χαρίεις, εσσα, εν.: hög ο. s. konst,
τέχνη S-εσπεσία και υψηλή.
Snitt, 1) skärning, τμήσις, ή. τομή, ή. 2)
på kläder, τρόπο?, δ. σχήμα, τό. 3) på böcker,
στόμα, τό.
Sno, 1) tr., στρέφειν. πλέκειν. jfr Tvinna.:
s. ngt om ngt, περιελίττειν τί τινι.: s. in ngt i
ngt, Εμπλέκειν τινί τι : s. sig, έλίττεσδαι.
σπει-ράσ&αι. ελιγμούς ποιεϊσ&αι. — snodd, ίλικτός,
3. στρεβλός, 3. στρεπτός, 3. 2) intr., se Löpa
1) a).
Snodd, μήριν&ος, ή. Jfr Snöre.
Snodd, Snoende, στρέψις, ή.
Sno k, uppvädrare, ιχνηλάτης, ου, t.
ρινηλά-της, ου, δ.
Snoka, ϊχνεύειν. στιβενειν.
Snoppa, ljuset, προμύττειν τον λύχνον.
Snor, μύξα, ή. βλέννα, ή.
Snöra, μυξάζειν 1. μυξάν.
Snorig, μυξώδης, βλεννώδης, 2.
Snudda, vid, χα&ικνεΐσ&αι, κα&άπτεσ&αί
τίνος. άκρο&ιγώς Εφάπτεσ&αι.
Snufva, κόρυζα, ή. χατάρρους, ου, δ.: ha s.,
χορυζάν. χαταρροίζεσ&αι.
Snufvig, χορυζώδης, 2.
Snugga, παρασιτείν τινι (af 1. hos ngn).
•Snöhvit. 409
Snuggare, παράσιτος, ό. βωμολόχος, δ.
χό-βαλος, ό (illparig s.).
Snugg er i, παρασιτία, ή. βωμολοχία, ή.
κο-βαλεία, ή.
Snurra, βέμβιξ, ικος, ή. στρόβιλος, ό.
ρόμβος, δ.
Snurra, 1) tr., βεμβιχίζειν. στροβιλούν.
γυ-ρούν. περιάγειν εις γύρον. δινειν. 2) intr.,
δι-νείσ&αι. κυκλοφορείσ&αι. κύκλω περιφέρεσ&αι.
Snus, ερρινον, τό (se Lex.).
Snusa, ελκειν ερρινον 1. δια τών φ§νών 1.
άνά τάς ρϊνας.
Snusk, -ig, -ighet, se Orenlighet, -lig.
Snyfta, λύζειν.
Snyftning, λιγμός, o. äfv. λύγξ, γγός, ή
(hicka).: m. s., λύγδην.
Snygg, καθάριος, 2. κομψός, 3. γλαφυρός,
3. κόσμιος, 3.: iron., σεμνός, 3.
Snygga, se Pryda, Hyfsa.
Snygghet, κα&αριότης, ή. κομψό της, ή.
Snyltgäst, se Snuggare.
Snyta, sig, άπομύττειν 1. υλίζειν τάς ρίνας,
άπομύττεσ&αι.: s. ljuset, se Snoppa.
Snål, se Girig 1), Sniken.
Snålas, φιλοχρηματεϊν. φιλοχρημονείν.
φιλαρ-γυρεϊν, γλισχρεύεσ&αι (Sedn.). φείδεσ&αι.
Snålhet, se Girighet 1), Snikenhet.
Snäcka, κοχλίας, ου, δ. κόχλος, ό. στ
ρόμβος, ό. $λιξ, ικος, ή ο. äfv. κάλχη, ή (p& den
Joniska pelaren).
Snäckformig, χοχλιώδης, 2. ελικτός, 3.
Snäckgång, ελιγμός, δ. κοχλίον, τό.
Snäckhus, -skal, κέλυφος, τό. κελύφανον,
τό. όστραχον τό τού κοχλιού.
Snäf, se Knapp. äfv. στενός, 3.
Snäf het, τό προσεσταλ μενον. στενό της, ή.
Snäll, se Hastig, Kunnig, Flitig, Sedig.
Snäppa, σκολόπαξ, ακος, ό.
Snäppare, σχαστήριον, τό.
Snärja, Εμ-, περιπλέκειν. πεδάν. περιβάλλειν
{τινά τινι).: s. sig, Εμπλέκεσ&αι, ΕνέχεσΘ·αι,
π$-ριπίπτειν τινί. Εμπίπτειν εις τι. Jfr Fånga 2) b).
Snärjande, Ε μ-, περιπλοκή, ή.
Snärt, λώρος, δ. ιμαο&λη 1. μάσ&λη, ή (poet.)·
Jfr Stickord.
Snärta, se Piska.
Snäsa, se Afsnäsa, Banna.
Snäs ig, τραχύς, εϊα, ύ. χαλεπός, πικρός, 3.
Snäsighet, τραχύτης, χαλεπότης, ή.
Snäsning, se Bannor.
Snö, χιών, όνος, ή (liggande), νιφετός, ο,
νι-φάς, άδος, ή (nedkommande).: djup, stark s.,
βα&εϊα 1. πολλή χιών.: full af s., χιονώδης, 2.
Snöa, νίφει.: det s:r, νίφει (ό &έος). ποιεί
ν$-φετόν. νιφετός καταφέρεται.: i ett land, νίφεται
χώρα τις.: litet, ύπονίφει.
Snöbetäckt, νιφόμένος, 3. κεχιονισμίνος, 3.:
jag blir s., Επιπίπτει μοι χιών.: ständigt s:a berg,
άεί κατανιφόμενα όρη.
Snöboll, θρόμβος χιόνος, ό.
Snöd, se Fåfäng 2), Dålig.
Snöfall, νιφετός, ό.
Snöflinga, νιφάς, άδος, ή.
Snöga, se Snöa.
Snöglopp, νιφάς, άδος, ή.
Snöhvit, χιόνεος, χιόνινος, 3. χιονοειδής, 2.:
af s. färg, χιονόχρους, 2.
62
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>