Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - U - Uttolka ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
Uttolka — Utvisa.
«9»
στρατεύεσθαι. 2) ha uttjent, άπελευθερούσθαι.
ίστρατεύσθαι, υπέρ τόν χατάλογον είναι (om
krigare). ίξεστηχέναι τής άρχής, άπειπεϊν τήν άρχήν
(om embetsmän), παλαιούσθαι (om saker).
Uttolka, se Tolka.
Uttorka, 1) tr., ξήραιναν, dia-, άπο-,
χατα-ξηραίνειν. άφ-, Εξ-, χαταυαίνειν. ίξιχμάζειν. jfr
Af-, Förtorka. 2) intr., gm pass. af anf. vv.
Uttrampa, (χατα)πατεϊν.: u. gnistor o. d.,
πα-τονίτα άποσβέσαι.: u. en sko, πατούντα χαλαράν
ποιεϊν τήν Ιμβάάα.: u. drufvor, sad, πατεϊν.: u.
saften ur drufvor, πατονντα ίχπιέζειν.: u.
barnskorna, se d. o.
Uttrumpeta, se Utbasuna.
Uttryck, ήθος, τό (charakterens, så väl hos
mskr s. konstverk), όψις, ή (tillfälligt ansigtsu.,
min), μίμησις, ή (efterbildning).: i ord, λόγος,
ό. ρήμα, τό. λέξις, ή (äfv. stil). εμφασις, ή
(eftertryck). Ofta utan särskildt motsvarande ord,
t. ex. det glada u:efc i hs ansigte, τό φαιάρόν
τον προσώπου.: m., utan u., se Uttrycksfull,
-lös. Jfr Min, Ord.
Uttrycka, 1) se Utpressa. 2) ge uttryck
åt, ριμεϊσθαι (efterbilda), σημαίνων, άηλονν.
ίμ-φανη 1. φανερόν ποιων. ερμηνεύειν, φράζειν,
λέγων (i ord).: u. sig, gm pass. = tala, λέγων,
λόγοις χρήσθαι.: u. sig kort, συντόμως 1. Λα
βραχέων είπεϊν.: s. ej kan u:s, se Outsäglig,
0-beskriflig.
Uttryckande, μίμησις, ή. ερμηνεία, ή. Se
Föreg.
Uttrycklig, σαφής, Ιμφανής, 2. ρητός, 3.:
u. bestämmelse, άιάρρησις, ή.: under u:a vilkor,
ini ρητοί ς.
Uttryckligen, διαρρήδην. σαφώς.
Uttrycksfull, ίμγαντιχός, δεινός, 3 (om
föredrag), έμγανιστιχός, 3. ζωτιχός, 3 (lefvande,
om konstverk), έναργής, 2 (tydlig, klar),
πιθανός, 3 (intalande, intagande; äfv. om konstverk).:
det u:a i talet, ή τον λόγον εμφασις 1. δεινό της.
Uttryckslös, άνέμφατος, 2. ψυχρός, 3.
Utträda, intr., έχβαίνειν. ix-, προϊέναι.: ur
ett led, προβαίνειν.: ur en förening, άφίστασθαι.
Utträda, tr., se Utsticka 1) c).
Uttränga, 1) tr., έξ-, παρωθεϊν. ix βάλλειν.
2) intr., εξω βιάζεσθαι, βία 1. βιασάμενον
έξελ-θείν (m. våld), ίχδύεσθαι. ίχπίπτειν. Ιξορμάν.
ix-ρεϊν, προρρεϊν (om vätskor).
Uttröska, άπαλοάν. άποδινεϊν.
Uttrötta, χαταπονειν. ταλαιπωρείν. se
Trötta.: u:s, χατα-, έχπονεϊσθαι. ταλαιπωρεϊσθαι. se
Tröttna.: u;d, se Trött.
Uttvinga, se Utpressa, Aftvinga.
Uttvätta, ix-, άποπλννειν. ίχνίζειν.
Uttyda, se Tyda.
Uttåg, έξέλασις, ή. έξοδος, ή. ορμή, ή.
ix-στρατεία, ή.
Uttåga, ίξελαύνειν. ίξιέναι (-ελθεϊν).
έχπο-ρεύεσθαι. τήν εξοδον ποιεϊσθαί. ίξορμάν, -σθαι.
ϊχστρατευειν, -σθαι (i fält), jfr U t van dra.: låta
u., ίξ-, προάγειν.: u. mot ngn, ίπεξιέναι τινί 1.
πρός τινα. mot en angripande fiende,
άντεπεξιέ-ναι. άντεπεξελαύνειν. άντεπάγειν.till försvar,
βοηθεϊν.
Uttänja, άπο-, ix , διατείνειν. μηχύνειν.
dia-στέλλε ιν. — uttänjd, έχτεταμένος, 3. fig.,
πολύς, 3.
Uttänjning, ϊχτασις, ή. διαστολή, ή.
Uttänjelig, se Tänjbar.
Uttänka, έπινοεϊν. έννοεϊν. ίχφροντίζειν.
σο-φίζεσθαι. εύρίσχειν. έξευρίσχειν. μηχανάσθαι.
Uttöja, se Uttänja.
Uttömma, l)eg., έχχεϊν. ίξαντλεϊν. ίχχενονν
(om kärlet). 2) oeg., ίξαντλεϊν. (χατ)αναλίσχειν
(medel ο. d.). ίξαναλίσχειν (äfv. m. personl. obj.).
ϊχτρύχειν. jfr Uttrötta.: vara uttömd,
(άπο)-χαμεϊν. άπειρηχέναι. ταλαιπωρεϊσθαι. i afs. på
tillgångar, χρήμασιν άπειρηχέναι. πάντων
άπε-στερήσθαι.: u. ett ämne i en framställning, πάντα
λέγειν περί τίνος.
Uttömning, έχχένωσις, ή. ο. gm vv.:
kroppens, άπόχρισις, ή. υποχώρημα, τό. λάπαξις, ή.:
förskaffa ngn u., λαπά τ τειν τινά.
Utur, se Ur.
Utvackla, παράφορον, σφαλλόμενον έξιέναι.
Utvandra, 1) utgå, έξοδοιπορεϊν.
Ιχπορενε-σθαι. έξι ένα ι 2) till nya bostäder, άπ-, έξ-,
με-τοιχίζεσθαι. άπ-, ίξ- μετοιχεϊν. μετανίστασθαι.
μεταναστεύειν (Seån.). άπανίστασθαι. τήν πατρίδα
χατ αλείπειν.
Utvandring, μετ-, άπ-, ίξοίχησις, ή.
ανάστα σι ς, μετάστασις, μετανάστασις, ή.
Utvattna, iξυdaτoύv, -αρονν. Jfr Urvattna.
Utveckla, 1) eg., άν-, ίξελίττειν. άνειλεϊν.
άνα-, διαπτύσσειν. άναπεταννύναι. 2) oeg., a)
låta synas, δεικνύναι. iv-, ίπιδειχνύναι, -σθαι.
b) utbilda, πλάττειν. ίχπονεϊν. προβιβάζειν.
αΰ-ξάνειν. c) utreda, förklara, διαπτύσσειν.
άπο-χαλύπτειν. διασαφηνίζειν. δηλούν. jfr Förklara.
— u. sig, άναφαίνεοθαι (bli synlig), γίγνεσθαι
(uppkomma), αυξάνεσθαι (växa till), προχωρεϊν
(ha fortgång), άποβαίνειν (få utgång).
Utveckling, ϊξελιγμός, ό. άνά-, diàπτυξις,
ή. ίπίδειξις, ή (förevisning), αΰξησις, ή
(befordran, tillväxt), προχώρησις, ή (fortgång), ίξήγησις,
ή (förklaring).: en drams, καταστροφή, ή.
Utverka, άνύτειν. dιaπράττειv, -σθαι (τι
παρά τίνος).
U tv ex la, se Utbyta.: u. stora penningar
mot små, άπο-, dιaxερμaτiζειv.: u. fångar,
αιχμαλώτους άντιδιαλλάττεσθαι 1. άπολαμβάνειν xai
άντ απ o dido ναι 1. λύειν άvdρa άντ’ άvdρός.
Utvexling, se Utbyte.: fångars, ή τών
αιχμαλώτων άvτaπόdoσις.
Utvidga, 1) eg., ευρύτερον ποιεϊν. χαλάν,
χα-λαρόν ποιεϊν. Λ-, άνευρύνειν. πλατύνειν.
διαστέλ-λειν, έχτείνειν (utspänna). 2) förstora, utsträcka,
(έπ)αυξάνειν. προφέρειν. προβιβάζειν. μηχύνειν. ι
u. sitt rike, άρχήν ίπιχτήσασθαι.: u. sin makt,
μείζω χτήσασθαι 1. παρασχευάζεσθαι τήν
δύνα-μεν.: u. sitt välde till ngra, έπάρξαι τινών.:
riket u:as, άλλη ετι άρχή προσγίγνεται.: u. sina
kunskaper, προσμανθάνειν. έπιδιδόναι είς, ini,
πρός τάς ίπιστήμας.: u. sina erfarenheter,
πλεό-νων έμπειρον γίγνεσθαι : u. sin plan, μείζω
διώ-χειν. μειζόνων ίφίεσθαι.: u:s, utom pass.
ίπί-δοσιν λαμβάνειν.
Utvidgning, 1) διαστολή, ή. εχτασις, ή. 2)
(ίπ)ανξη 1. (ίπ)αύξησις, ή. έπίδοσις, ή.: tillåta η.,
Ιπίόοσιν εχειν.
Utvisa, 1) eg., visa på dörren, χελενειν
Ιξιέ-ναι. άποπέμπειν. άπ-, ίξελαύνειν. 2) oeg.,
δεικνύναι. σημαίνειν. dηλoύv. τάττειν (bestämma).
διδάσχειν. Jfr Utpeka, Visa.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>