Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - M - Måla ...
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>
Below is the raw OCR text
from the above scanned image.
Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan.
Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!
This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.
284
Måla — Månadsrasande.
ερμηνεία, ή (talförmåga), jfr Röst.: jag förlorar
m:t, Εκλείπει μοι ή φωνή. af skräck, αφασία
λαμβάνει με.: återfå m:t, άναλαμβάνειν τήν
φω-νήν.ι stappla på m:t, τρανλίζειν τjj φωνρ. jfr.
Stamma. 2) munart, γλώττα, ή. διάλεκτος, ή.
3) sak, πράγμα, τό. έργον, τό. jfr Fall 2) b).
4) se Rättegångsmål. 5) mått, μέτρον, τό.
6) se Måltid. 7) rigtningspunkt (eg. o. oeg.),
σκοπός, o (f. skjutning, äfv. fig.), τέρμα, τό (f.
kapplopp, -körning, äfv. fig.), καμπτήρ, ήρος, ό
(kring hkt svängdes på rännbanan).: utsätta ett
m., σποπόν (προ)τι&έναι.: sätta sig ett m.,
(προ)-τί&εσ&αι σκοπόν.: ett m. är utsatt, σκοπός έκ-,
πρόκειται 1. κείται. : kasta, skjuta på ett m.,
βάλ-λειν 1. τοξεύειν πρός 1. Επί σκοπόν. ϊέναι Επί
σκοπόν. στοχάζεσ&αι (sigta) σκοπού.: träffa m:t,
τυγχάνειν, κα&ικνεΐσ&αι, κα&άπτεσ&αι τον
σκοπού. : lyckligt träffa m:t, εύστοχειν.: träffandet,
εύστοχία, jJ. : s. träffar, εύστοχος, 2.: hinna, uppnå
m:t, άφικνεϊσ&αι Επί τό τέρμα. Εφικνεϊσ&αι πρός
τον σκοπόν.: sträfva efter ett m., σκοπείν τι.
όρέγεσ&αι, Εφίεσ&αί τίνος, σπεύδειν εις τι.:
förfela m:t, άποτνγχάνειν, άμαρτάνειν,
παραλλάτ-τ«>’ τοϊ σκοπού, bl. fig., άποτνγχάνειν τής
γνώμης. πόρρω γίγνεσθαι τον πράγματος,
άποπλα-νάσ&αι τής υποθέσεως. Εκτός 1. έξω δρόμου
φέ-ρεσ&αι (ordspr.).: ha ett m. f. ögonen, βλέπειν
πρός σκοπόν. Se vidare Ändamål. 8)
ändpunkt, gräns, τέλος, τό. ορος, δ. τέρμα, τό.
πέρας, το£, τό.; sätta ett m. f. ngt, τέλος 1. ο’ρον
Επιτι&έναι τινί. περιγράφειν τι. κολάζειν τι.
παύ-ειν τι 1. τινά ποιούντά τι.·, vara vid m:t af ngt,
Επί τω τέλει εϊναί τίνος, b) se Föremål. 9)
se Gång.
Måla, se Mäta.
Måla, 1) bestryka med färg, άλείφειν.
περια-λείφειν. Επιχρίειν. jfr Färga. 2) konstnärligt,
γράφε ιν. ζωγραφεϊν. γραφ j εΐκάζειν 1. άπεικάζειν.
3) oeg., se Skildra.
Målare, γράφεύς, έως, ό. ζωγράφος, ό.
γραφικός 1. ζωγραφικός άνήρ, ο. ο. gm part.: m. af
hvardagslifvets småting, ρωπογράφος, o.
Målarfärg, γραφικόν χρώμα, τό. χρώμα 1.
φάρμακον, ω χρώνται οι ζωγράφοι.
Målarkonst, γραφική 1. ζωγραφική, ή.
Målbrott, ή τής φωνής μεταβολή 1. άλλοίωσις.
ή τών ήβασκόντων φωνή.
Måleri, γραφή, ή. ζωγραφία, ή. γραφική,
ζωγραφική, ή.: perspektiviskt m., σκηνογραφία,
σκιαγραφία, ή.
Μ å 1 f y 11 i g, τό νόμιμον μέτρρν έχων, ονσα, ον.
Målföre, φωνή, ή. se Mål 1).
Målkärl, άγγείον ω μετρούσιν. μέτρον, τό.
Mållös, άφωνος, 2. άνευ φωνής, άλογος, 2.:
han blef m. af förskräckelse, άφασία έλαβεν αντόν.
Mållöshet, ή τής φωνής έκλειψις. αφωνία, ή.
άφασία, ή (af skräck, häpnad).
Målning, 1) se Måleri. 2) det målade,
γραφή, ή. γράμμα, τό. ζωγράφημα, τό.
(γραπτή) εϊκών, όνος, ή. πίναξ, κος, ό (eg. m. på
träd, äfv. tafla i allmht).: enkaustisk 1. vaxm.,
έγκανμα, τό. 3) oeg., se Skildring.
Målningsgalleri, πινακοθήκη, ή.
Mål ro, ή Ev τω δε ιπ νειν ήσνχία 1. σχολή ( =
lugn) ο. ενφροσννη 1. τέριρις (munterhet, nöje).
Målskjutning, τό πρός 1. Επί σκοπόν \.
πίνακα (på tafla) βάλλειν 1. τοξεύειν.
Målsman, κύριος, ό. Επίτροπος, ό.
Målsägande, se Kärande.
Måltid, δεΐπνον, τό (ish. hufvudmålet).
σύν-δειπνον, συμπόσιον, τό (gemensam), ευωχία, ή
(rundlig m., kalas).: m., hrtill hr o. en lemnar
sitt bidrag, έρανος, o.: en enkel m., δειπνον
εύ-τελές.: ge en m., δειπνοποιεϊν. δενπνίζειν.
εύω-χεϊν.: hålla m., δειπνοποιείσ&αι. δειπνον
ποιεί-σ&αι. δειπνείν. εύωχεϊσ&αι.
Mån, 1) skillnad i storlek, eg. μέτρον, τό.
μέρος, τό.: en liten, obetydlig m. längre, μικρόν,
ολίγον τι 1. όλίγω, μικρώ μακρύτερος.: en
betydlig m. större, πολύ 1. πολλώ μείζων.: ingen
m. bättre, ούδέν τι κρείττων. ο. s. ν. jfr Hårs {+-+}
mån. 2) fhde, λόγος, ό. μέτρον, τό.: i m. af,
κατά m. acc. κατά 1. άνά λόγον [τινός),
άναλό-γως, συμμέτρως ο. gm adj. άνάλογος, σύμμετρος,
2.: i sma m., άνά, κατά τον αντόν λόγον.
τοσούτον.: i den (äfv. sma) m. som, κα&άπερ.
ώς-περ. ώς. äfv. οσον (1. όσω framför compr.). 3)
se Fördel.
Mån, adj., Επιμελής, 2. προνοητικός, 3.
σπουδαίος, 3. πρόθ-υμος, 2. φειδωλός, 2 (sparsam).:
vara m. om ngt, Επιμελεϊσ&αί τίνος 1. όπως.
Επιμελές 7τοιεϊσ&αί τι. Επιμελές Εστί μοί τίνος 1. m.
inf. μέλει μοί τι 1. τινός 1. m. inf. 1. όπως.
προ-νοείν τίνος 1. όπως. σπουδάζειν περί τι 1 περί,
υπέρ τίνος 1. m. inf. 1. ώρ, όπως. προ&νμεϊσ&αί
τι 1. m. inf. 1. όπως. φείδεσ&αί τίνος (spara).
Månad, μήν, νός, ό.: i början af m:n, μηνός
ισταμένου 1. άρχομένου.: i midten af m:n, μηνός
μεσούντος : i slutet af m:n, μηνός φ&ίνοντος, äfv.
παυομένου 1. λήγοντος 1. άπιόντος. Så
benämndes näml. de 3:ne dekader i hka Attiska
månaden, utgörande dels 30 dels 29 dagar (μήνες
πλήρεις o. κοίλοι), indelades. Dagarne i hrje månad
betecknades hr m. sin ordningsnummer i den
de-kad, de tillhörde. 1:sta dagen i månaden,
kallades νουμηνία, derefter följde δευτέρα, τρίτη etc.
μηνός ισταμένου ända till δεκάτη. Derpå vidtog
2:dra dekadens πρώτη, δευτέρα (ll:te, 12:te) etc.
m. tillägget μεσούντος 1. Επί δέκα. D. 20:de dagen
hette εϊκάς och fr. dne räknades ofta 3:dje
dekadens dagar, t. ex. δευτέρα, τρίτη Επ* εικάδι (22: dra,
23:dje); men vanl. räknades baklänges fr. o. m.
månadens sista dag (ένη (τ;) και νέα), så att t.
ex. d. 21:sta blef Ενάτη 1. δεκάτη φθίνοντος efter
s. månaden hade 29 1. 30 dagar. De Attiska
månadernas namn voro ιΕκατομβαιών,
Μεταγει-τνιών, Βοηδρομιών, Πυανεψιών, Μαιμακτηριών,
Ποσειδεών, Γαμηλιών, ’Λν&εστηριών,
Έλαφηβο-λιών, Μουνυχιών, Θαργηλιών, Σκιροφοριών. —
Då emellertid en reduktion af våra månader till
Attiska medför många svårigheter, är lämpligare
att använda ant. månadens ordningsnummer (sål.
πρώτος, δεύτερος etc. ända till δωδέκατος μήν)
1. ock de från Romarne lånade namnen:
Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος,
\Ιούνιος, Ιούλιος 1. πέμπτος, Αύγουστος 1. έκτος,
έβδομος, όγδοος, έννατος, δέκατος (I.
Σεπτέμβριος, ’Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος).
Månadsfoster, -kalf, μύλη, ή.
Månadslön, - sold, Επιμήνιος μισ&ός, ό.
Månadspenning, τό κατά μήνα διδόμενον
άργύριον.
Månadsrasande, σεληνιακός, 3.
σεληνόβλη-τος, 2.: vara m., σεληνιάζ§ιν.
<< prev. page << föreg. sida << >> nästa sida >> next page >>